Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ

 ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ 2013

Η άνοδος και η πτώση της "αυτοκρατορίας Κεράνης" | Espresso | Ρεπορτάζ

ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ.....
ΕΡΓΑΣΤΗΚΑ 5 ΧΡΟΝΙΑ ΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΥ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΗ. Σ ΑΥΤΗΝ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ... ΙΣΩΣ ΝΑ ΜΗΝ ΥΠΗΡΞΑΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟΙ ΕΡΓΟΔΟΤΕΣ ΟΠΩΣ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΚΑΙ Ο ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ κ. Γ. ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΟΣ
Η άνοδος και η πτώση της "αυτοκρατορίας Κεράνης" | Espresso | Ρεπορτάζ
 Η ΑΛΙΚΗ ΣΕ ΜΙΑ ΔΙΑΦΗΜΗΣΗ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ

ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΜΟΥ (Ο ΠΑΛΙΟΣ ΠΕΙΡΑΙΑΣ


Ο Πειραιάς, πόλη με ιστορία που ξεκινάει μερικές χιλιάδες χρόνια πριν, είναι, όπως είναι φυσικό, λόγω της γεωγραφικής θέσης του και της φυσικής ομορφιάς που του προσδίδει το απέραντο γαλάζιο που τον περιβάλλει,





 ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΡΟΛΛΕΥ ΕΚΑΝΕ ΤΗΝ ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΠΕΙΡΑΙΑ-Ν.ΦΑΛΗΡΟ
ΜΕΣΩ ΠΑΣΑΛΙΜΑΝΙΟΥ -ΚΑΣΤΕΛΛΑΣ
 ΕΔΩ ΤΟ ΤΕΡΜΑ ΤΟΥ... ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΤΖΑΒΕΛΛΑ

Η  ΡΑΛΛΕΙΟΣ... ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΘΗΛΕΩΝ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ 
Ιστορία

Τον Σεπτέμβριο του 1855 αναγγέλλεται η χρηματοδότηση για την ανέγερση "Παρθενικού Σχολείου" επί δημαρχίας Λουκά Ράλλη. Το Δημοτικό Συμβούλιο του Πειραιά κάνει δεκτή τη δωρεά των 20.000 δρχ. του άγνωστου Δωρητή και δέχεται τους όρους του, οι οποίοι είναι:

1.Το σχολείο να μείνει για πάντα "Σχολείο Θηλέων"
2. Να αναρτηθεί μαρμάρινη προτομή του ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ ΚΟΡΑΗ μέσα στο σχολείο.
3. Πάνω από την είσοδο του σχολείου να τοποθετηθεί μαρμάρινη πλάκα με την εξής επιγραφή: "Παρθενικό Σχολείον Ιδρυθέν δαπάνη (κενό) Δημαρχούντος Λουκά Ράλλη. 1855"
4. Σε περίπτωση παραβιάσεως των όρων της δωρεάς, αυτή ανακαλείται και περιέρχεται στους κληρονόμους του.

Για την ανέγερση του σχολείου επιλέγεται ο χώρος μεταξύ των σημερινών οδών Ηρώων Πολυτεχνείου, Βασιλέως Γεωργίου και Ιακώβου Δραγάτση ( έναντι Δημοτικού Θεάτρου).




 ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΡΟΛΟΙ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ... ΕΝΑ ΚΟΣΜΗΜΑ ΣΗΜΕΙΟΝ ΚΑΤΑΤΕΘΕΝ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ ΠΟΥ ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΙΑ
Μπροστά υπήρχε η βασιλική αποβάθρα. Όλοι οι ξένοι βασιλείς, πρόεδροι, πρωθυπουργοί έφταναν στην ελλάδα με πλοία και αποβιβάζονταν στην βασιλική αποβάθρα. Μπροστά τους θα έβλεπαν το σύμβολο του πνεύματος (το δημοτικό Θέατρο) και δίπλα το σύμβολο της δύναμης μιας πόλης, τον οίκο εμπορίου, χρήματος και συναλλαγών. Το χρηματιστήριο 

1928
Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ  ΣΤΗΝ ΘΕΣΗ  ΒΟΤΣΑΛΑΚΙΑ

Πρόκειται για μια σπηλαιώδη κατασκευή που ανακαλύφθηκε το 1897 και βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της Καστέλλας σε απότομη βραχώδη ακτή πάνω από τη θάλασσα, στη σημερινή θέση "Βοτσαλάκια", άλλοτε γνωστή ως "παραλία του Παρασκευά", από το όνομα του ιδιοκτήτου της παραλιακής κοσμικής ταβέρνας που υπήρχε παλιά εκεί, εξ ου και το όνομα "σπηλιά του Παρασκευά" και παλαιότερα "σπηλιά του Λαλαούνη".
Η υπόγεια αυτή σπηλαιώδης κατασκευή εισχωρεί μέσα στο βράχο περίπου 12 μέτρα, κάτω από την παραλιακή λεωφόρο Βασιλέως Παύλου (Αλέξανδρου Παπαναστασίου), όπου και βρίσκονται δύο αρχαίοι τάφοι με ένα φρεάτιο προ αυτών. Η αίθουσα έχει κυκλικό σχήμα και κοσμείται με διάφορα ψηφιδωτά. Στις δυο πλευρές της εισόδου υπάρχουν δύο ψηφιδωτά εκ των οποίων το μεν ένα παριστά τη Σκύλλα το δε άλλο αρχαίο νεανία σε τέθριππο άρμα, που κατά μεν τον αρχαιολόγο Χιοτέλη είναι θαλάσσια θεότητα, κατά δε τον Ι. Δραγάτση πρόκειται για τον ήρωα Σήραγγο.
 ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΟ ΝΗΣΑΚΙ ΤΟΥ ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΥ
Η νησίδα του Κουμουνδούρου στη αρχαία Ελλάδα έπαιξε σημαντικό ρόλο ιδιαίτερα κατά την αντίσταση του στρατηγού, του Βασιλέως του Πόντου ΜιθριδάτηΑρχέλαου κατά του Σύλλα (86 π.Χ.). Ο Αρχέλαος που ήταν ο τελευταίος υπερασπιστής του Πειραιά εναντίον των Ρωμαίων αγωνίσθηκε γενναία χρησιμοποιώντας τη Σταλίδα ως κύρια βάση του. Τελικά όμως ηττήθηκε και κατέφυγε στη Βοιωτία ενώ ο Πειραιάς και η Αθήνα κυριεύθηκαν από τους Ρωμαίους.


 ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΩΜΕΝΟ ΣΠΙΤΙ
Το σπίτι αυτό μάλλον ανήκε στη γνωστή οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων. Αυτό ίσως φαίνεται και από τον θυρεό στην εξώπορτα που φέρει το μονόγραμμα της οικογένειας. Κάποτε πρέπει να ήταν ένα αξιοζήλευτο αρχοντικό αλλά πλέον λίγα πράγματα διατηρεί από την παλιά του αίγλη. Οι θρύλοι που το στοιχειώνουν αρκετοί αλλά αυτός που γνωρίζουμε μιλάει για μια κοπέλα που βιάστηκε και σκοτώθηκε μέσα στο σπίτι από έναν Τούρκο, προφανώς την περίοδο της τουρκοκρατίας. Από τότε το πνεύμα της κατοικεί μέσα στο σπίτι, τρομοκρατώντας καθε επίδοξο επισκέπτη.






 ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ... ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 60
Στα στολίδια της πόλης συγκαταλέγονται τα νεοκλασικά κτίρια που συναντάμε σε αρκετά κεντρικά σημεία του Πειραιά, το περίφημο Δημοτικό Θέατρο της πόλης που δεσπόζει στη πλατεία Κοραή



 ΠΛΑΤΕΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΣΤΗΝ ΚΑΣΤΕΛΛΑ
ΚΑΙ ΚΑΤΩ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗΣ
ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ
Κάποτε ένας Ιταλός που τον έλεγαν Βιτσέντζο Καϊβάνο και που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη γνώρισε μια κοπέλα από τον Πειραιά την Κατερίνα (Αικατερίνη). Αγόρασαν μάλιστα και ένα σπίτι στον Πειραιά και πηγαινοέρχονταν Πειραιά - Κωνσταντινούπολη ανάλογα με τις δουλειές τους. 

Το 1937 όμως η Κατερίνα Καϊβάνου πέθανε και ο Βιντσέντζος τον οποίο πλέον οι πειραιώτες αποκαλούσαν εξελληνισμένα Βικέντιο, ζήτησε από τον Δήμαρχο Πειραιά την άδεια, να κτίσει στην μνήμη της ένα παρεκκλήσι. Με την τότε ισχύουσα νομοθεσία (πολεμικής προετοιμασίας της χώρας του Ι. Μεταξά), απαγορεύονταν ξένοι να είναι ιδιοκτήτες στην συγκεκριμένη περιοχή. Τελικά μετά από πολλές προσπάθειες του έδωσαν την άδεια.

Προσέλαβε πολλούς εργάτες και έκτισε μια εκκλησία με υπόγεια κρύπτη. Μετά έφερε από την Κωνσταντινούπολη το λείψανο της γυναίκας του μέσα σε ένα μπρούτζινο φέρετρο στο οποίο μάλιστα φαίνονταν και το πρόσωπό της γιατί στο ύψος του υπήρχε γυαλί. Στην τελετή εγκαινίων του παρεκκλησίου και ενταφιασμού της γυναίκας του που έγινε την ίδια μέρα χοροστάτησε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. 
Από τότε όσες φορές βρίσκονταν στον Πειραιά ο Καϊβάνο, κλείνονταν μέσα στο παρεκκλήσι για δύο και τρεις ώρες την ημέρα φορώντας πάντα μαύρα και κλαίγοντας διαρκώς για την σύζυγό του που έχασε.

Όσοι τότε τον γνώριζαν άρχισαν να θεωρούν την συμπεριφορά του αυτή περίεργη και φυσικά όχι φυσιολογική δεδομένου ότι κάθε φορά που έπρεπε να γευματίσει στο σπίτι του, έδιωχνε όλους τους υπηρέτες που είχε και έτρωγε έχοντας απέναντί του ένα σερβίτσιο ακόμα (της γυναίκας του), ενώ κατά την διάρκεια του γεύματος οι υπηρέτες έλεγαν ότι μιλούσε μαζί της.

Έχουμε φτάσει παραμονές του ελληνοϊταλικού πολέμου και η βρεττανική αντικατασκοπεία στην ελλάδα πιάνει παράξενα κρυπτογραφημένα σήματα να εκπέμπονται από την περιοχή της Καστέλλας. Οι ελληνικές αρχές με την βοήθεια ραδιογωνιομέτρων εντοπίζουν ότι τα σήματα εκπέμπονται από το παρεκκλήσι. Μια νύχτα που ο Βικέντιος Καϊβάνο, λείπει για την Κωνσταντινούπολη ερεύνησαν το παρεκκλήσι και αφού δεν βρήκαν τίποτα το εμφανές, προχώρησαν και στην μυστική κρύπτη που ο Καϊβάνο είχε ενταφιάσει την γυναίκα του εντός μεταλλικού φερέτρου. Κάτω ακριβώς από το κεφάλι της συζύγου του βρίσκουν έναν τεχνολογικά εξελιγμένο για την εποχή εκείνη πομπό. 
Δεν αναφέρουν φυσικά τίποτα και όταν επιστρέφει από την Κωνσταντινούπολη ο Καϊβάνο τον συλλαμβάνουν με την κατηγορία της κατασκοπείας. 
 Ο ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΟΥ ΒΑΦΤΙΣΤΙΚΑ

Ο χιώτης έμπορας Ηλίας Βάβουλαςπου ήταν και κάτοχος εκτάσεων στον πειραιά που έφεραν το όνομά του στην ομόνυμη περιοχή"γούβα του Βάβουλα" δώρισε έκταση εντός της οποίας μπήκε ο θελέμιος λίθος του ναού.



 Η δωρεά αυτή πέρασε από πολλές περιπέτειες στην συνέχεια τόσο από απογόνους του Βάβουλα όσο και από τον Δήμο. Και ενώ ο λίθος για την ανοικοδόμηση τέθηκε στις 2 Ιουλίου του 1878 από τον τότε Δήμαρχο Πειραιά Τρύφωνα Μουτζόπουλο τα εγκαίνια του ναού έγιναν το 1887. Και ο ναός αυτός ονομάστηκε "Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης". Και αυτό το "Ελένης" είναι που αγνοούν ή ξεχνούν οι περισσότεροι πειραιώτες. Ο ναός είναι γνωστός πλέον ως Άγιος Κωνσταντίνος.
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ ΣΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ 1968

ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ

 ΑΣΤΥΚΟΝ ΣΧΟΛΕΙΟΝ


Ο Μηχανικός του Δήμου Εμμανούηλ Παπακωνσταντίνου φτιάχνει τα σχέδια αυτού του σχολείου το1897 το οποίο κατασκευάζεται με έξοδα του Δήμου Πειραιά επί δημαρχίας Τρύφωνα Μουτζόπουλου. Είναι διόρωφο με στεγασμένη στοά εντός αυτού. 
Στην μετώπη του φέρει την ονομασία της εποχής του "Πλήρες Δημοτικό σχολείο Αρρένων Πειραιώς".  


ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΩΣΑ






  ΠΕΙΡΑΙΩΤΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Σαν σουρουπώνει και σαν πέφτει το βραδάκι
Όταν ο μπάτης σκάει το κύμα απαλά
Πάνω στα βράχια της Πειραϊκής, στη Φρεαττύδα
Το παρελθόν ξυπνά δειλά και μου μιλά

Εικόνες όμορφες των παιδικών μου χρόνων
Δρόμοι με χώμα και με σπίτια χαμηλά
Αυλές μ’ αγιόκλημα, σκαμνιά στα πεζοδρόμια
Της γειτονιάς , με συντροφιά η ώρα να κυλά

Της Κυριακές καλοκαιράκι στις ταράτσες
Του Αελλώ, του Καπιτόλ, και του Παλλάς,
Μια απόλαυση το έργο της βδομάδας
Με φυστικάκι στο χωνί να μασουλάς

Στη Μυροβόλο, Πυραμίδες, Βερσαλλίες,
Δίπλα στο Σπλέντιτ για καφέ ή για γλυκό
Κ’ ύστερα βόλτα πέρα δώθε στην Καστέλα
Απολαμβάνοντας χωνάκι παγωτό

Αμυγδαλάκι παγωμένο στο πανέρι
Τα γιασεμάκια μπουκετάκι μια δραχμή
Ο τσάκα-τσούκας τα τραπέζια να περνάει
Και πασατέμπο να αφήνει δοκιμή

Στην Ταραντέλα τις νυχτιές με φεγγαράδα
Στο Τουρκολίμανο, στ’ ωραίο Φαληράκι
Μοσχοβολιά από της θάλασσας τη ν αύρα
Κι από το φρέσκο στο τηγάνι μαριδάκι.ι

Για τους ξενύχτηδες ωραίες κρουαζιέρες
Με το ΝΕΡΑΙΔΑ « πλοιάριον γοργόν»
Κι αν ήθελες με γέλιο να την βγάλεις
Πασαλιμάνι , εις το «θέατρον σκιών»

Κι αν όλα άλλαξαν και χάθηκε η μαγεία
Κι ο Πειραιάς μας τώρα ζει στη σύγχρονη εποχή
Τις αναμνήσεις δεν μπορεί κανείς να τις αγγίξει
Οι Πειραιώτες τις κρατούν βαθιά μες την ψύχή.
ΝΤΟΡΑ ΜΑΝΑΤΑΚΗ











Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ



Όλος ο κόσμος σου, ένα μπαλκόνι, πώς να χωρέσει το ανήσυχο πνεύμα σου; πώς να χωρέσει το ασυμβίβαστο θεριό που πάντα έκρυβες μέσα σου;

            Κι όμως συμβιβάστηκες μες την απέραντη μοναξιά μιας χαμένης αίσθησης. Τα μάτια της πονεμένης σου ψυχής έμειναν μόνο να κοιτούν το μακρινό πολυτάραχο παρελθόν σου, και να αναπολούν.

            Τώρα όλα έσβησαν, μια ολόκληρη ζωή τέλειωσε μα δυό ανάσες. Ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος θα δεχθεί, τη δημιουργία, τα αισθήματα, τον πόνο, και τις χαρές των ογδόντα οκτώ σου χρόνων.
                               ____________

ΣΕ ΣΕΝΑ

Πρωτομαγια θυμάμαι ήταν οταν έφυγες
για το ταξίδι σου ψηλά στ΄αστέρια
και έμεινε η ψυχή μου ορφανή
και αδειανά τα δυό μου χέρια
Αχ!έσβησε η μορφή σου αυτή που λάτρευα
που τόσα είχες προσφέρει στη ζωή του 
Πώς χάθηκε στ’ αλήθεια τόση δύναμη
Που είχες στο κορμί και στην ψυχή σου......

σαν βασιλέψανε τα δυο γαλάζια μάτια σου
και αρχισε να σβήνει η πνοή σου
με σπαραγμό προφερανε τα χείλη μου
μονο δυο λέξεις...
Αχ! πατέρα μου κρατήσου....
δεν ήθελα να φύγεις απο δίπλα μου
να σ εχω ήθελα μονάχα
 και ν ακούω την φωνή σου
μ' άλλα τα θέλω του θεού, της μοίρας μας...
μου μεινε ναχω συντροφιά μου την μορφή σου!!!

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Γιορτινές μυρωδάτες μνήμες!!!!


       Αυτές τις χρονιάρες μέρες όλοι μας κάνουμε μια αναδρομή , μερικές δεκαετίες πίσω , φέρνοντας στο μυαλό μας κάποια Χριστούγεννα , κάποιες Πρωτοχρονιές της γειτονιάς, αναπολώντας τα δώρα που περιμέναμε ή που πήραμε, τα καινούργια ρούχα , τα λουστρίνια παπούτσια , τις λαμαρίνες με τις μυρωδάτες βασιλόπιτες που πηγαινοέρχονταν στον φούρνο, τις γεμιστές γαλοπούλες με τα κουκουνάρια και τα κάστανα που μας έβαζαν να ξεφλουδίζουμε συμμετέχοντας έτσι στις γιορτινές διαδικασίες ή το σπάσιμο των καρυδιών για τα μελομακάρονα .
       Δεν υπήρχε σπιτικό που να μην φτιάξει τους κουραμπιέδες του , τα μελομακάρονά του , την βασιλόπιτά του , για το “καλό” όπως έλεγαν .
Και κατόπιν η μοιρασιά . Η μια γειτόνισσα στην άλλη , η νύφη στην πεθερά, η γιαγιά στα εγγόνια, τα πιάτα πήγαιναν κι έρχονταν , όπως σήμερα τα κουτιά του ζαχαροπλαστείου.
     Μα ποια η σύγκριση του σπιτικού με το έτοιμό;
     Χάθηκαν οι μυρωδιές  της κανέλλας, του μελιού, του γαρύφαλλου, της μαστίχας που πλημμύριζαν τις γειτονιές.
     Άλλα χρόνια , νοσταλγικά, που στις παιδικές μας μνήμες έχουν μείνει χαραγμένα σαν ένα γλυκό όνειρο και που σήμερα τα παιδιά μας δυστυχώς δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί δεν τις έχούν νιώσει. Ποιο παράθυρο σήμερα σκορπίζει μοσχοβολιά;
     Η λέξη “γειτονιά” σε γεμίζει αναμνήσεις.
     Η λέξη “μυρωδιά” σου εξάπτει την φαντασία . Σήμερα όλα είναι πλαστικά χωρίς γεύση, χωρίς άρωμα και  χωρίς μνήμη. Οι γιορτές για τα παιδιά  δεν έχουν πλέον ιδιαίτερο νόημα ,ούτε θα μπορούσε κανείς να πει και τα δώρα, αφού έχουν σχεδόν τα πάντα και δεν τα εντυπωσιάζει τίποτα και αύριο μοιραία δεν θα έχουν ούτε νοσταλγία.
     Ίσως μεγάλη μερίδα ευθύνης να έχουμε κι εμείς που αφήνουμε τα πατροπαράδοτα έθιμά μας να σβήνουν , λόγω φόρτου εργασίας και απλά μόνο να λέμε « η μαμά μου ή η γιαγιά μου εμένα, έφτιαχνε κάτι κουραμπιέδες!!!….»
 Όμως της ζητήσαμε την συνταγή; κι αν την έχουμε τους φτιάξαμε; Καλή η ευκολία του φούρναρη …άλλα καλύτερό το  «μμμ!!! μπράβο, ποιος τα έφτιαξε;»
 και λέγοντας «εγώ» να γεμίζεις περηφάνια .
Ας ανασκουμπωθούμε λοιπόν μαμάδες και γιαγιάδες να χαρίσουμε μοσχοβολιές στα παιδιά μας και στα εγγόνια μας σαν αυτές που μας χάριζαν τότε οι δικές μας μανούλες και γιαγιάδες!!!!
         Όμορφα φίλοι μου τα στολισμένα χριστουγεννιάτικα σπίτια και τα μπαλκόνια με πολύχρωμα φώτα, αστέρια , δέντρα ή καράβια όμως η χαρά και η ζεστασιά αυτών των ημερών είναι μέσα στην θαλπωρή που προσφέρει κάθε οικογένεια.
Ντόρα Μανατάκη


Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

Ακριβό μου ταίρι

Ακριβό μου ταίρι
Κράτα μου ο χέρι
Γίνε συ τ΄ αστέρι
Που θα μ’ οδηγεί

Σ’ έχω στη ζωή μου
Πυξίδα, αναπνοή μου
Είσαι η δική μου
Φωτεινή αυγή

Στα δικά σου μάτια
Βλέπω εγώ παλάτια
Και με ουράνια άτια
Φεύγω από τη γη

Ακριβό μου ταίρι
Κράτα μου το χέρι
Όσο αυτό τ’ αστέρι
Θα μας οδηγεί

ΜΕ ΑΓΑΠΗ!!!!

ΠΟΛΛΕΣ ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΧΑΡΟΥΜΕΝΕΣ
ΓΙΟΡΤΙΝΕΣ ΗΜΕΡΕΣ

Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝ ΣΚΟΝΗ



Στου καλοκαιριού την κάψα
Κάποτε μετρούσες άστρα
Φύσαγε το μαϊστράλι
Και σ απάγκιο ακρογιάλι
Έστηνες χορό
Φύσηξε μπάτης, μαΐστρος
Άνοιξε πανιά ο ίστρος
Μέρες, νύχτες καταγράφει,
Χρώμα μπλε τις υπογράφει
Σε θολό νερό
Τι γοργά ο νους οδεύει
Σύννεφο πέπλο μαζεύει
Ευτυχίας σκηνές
Που χουν μείνει γυμνές
Όνειρα που γίναν σκόνη
Και τα σκέπασε το χιόνι!

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

ΑΛΗΤΗ ΗΛΙΕ ΜΟΥ

ΑΛΗΤΗ ΗΛΙΕ ΜΟΥ

Αλήτη ήλιε μου γυρνάς, ελεύθερος διαβαίνεις
Όπου γουστάρεις κι αγαπάς και σαν τον κλέφτη μπαίνεις.

Ήλιε σαν να ‘σαι εραστής, χαϊδεύεις το κορμί μου
Όμως ποτέ δεν άγγιξες και λίγο την ψυχή μου

Ήλιε μου φίλε προσπαθώ να σου κλέψω τις ακτίδες
Στην καρδιά μου να τις ρίξω μα είναι μάταιες  οι ελπίδες.

Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ


Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

ΚΟΥΡΣΕΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ



                           Κουρσεμένα όνειρα


Κομμάτια μιας χαμένης άνοιξης

Σκόρπια ροδοπέταλα στο γκρίζο του χειμώνα

Μικρές αχτίδες φωτός πέφτουν

Στις ζαρωμένες ελπίδες

Που έχω αφήσει πάνω

Στα σκονισμένα έπιπλα

Του μικρού δωματίου

Χρυσές σταγόνες βροχής οι αναμνήσεις

Κι εσύ θολή εικόνα το απομεσήμερο…..




τα πουλιά της αγάπης

         


            Χτύπησαν με δύναμη τις φτερούγες τους
Τα πουλιά της αγάπης και πέταξαν μακριά
Τι κρίμα!!!
Λόγια που έπεσαν σαν κεραυνοί
τάραξαν την γαλήνη τους, τα τρόμαξαν,
τα έδιωξαν….
 και είχαν κουρνιάσει τόσο γλυκά ,τόσο ήρεμα,
πάνω στο ολάνθιστο δέντρο της ψυχής μου….

Βράχος και θάλασσα




Ο βράχος και η θάλασσα αιώνιοι εραστές
Ζούνε κι δύο τον έρωτα γεμάτο εναλλαγές
Εκείνος πάντα ακλόνητος βουβός καρτερικός
Ειν’ ο δικός της σύντροφος πιστός ιδανικός

Σαν μια σειρήνα ακούραστα του σιγοτραγουδάει
Με νάζια και καμώματα τον κάνει να μεθάει
Με τα γλυκά τα χάδια της και  τα τρελά φιλιά της
Τονε κρατάει δέσμιο μέσα στην αγκαλιά της

Άλλοτε πάλι άγρια γεμάτη αλαζονεία
Σαν αμαζόνα λυγερή κρατάει τα ηνία
Καλπάζοντας αγέρωχα στο άσπρο της το άτι
Ορθώνεται πετά ψηλά να φτάσει την Αστάρτη

Μα κείνος τηνε καρτερεί πότε θα ημερέψει
Το πλάνο της χαμόγελο μ’ αγάπη να του γνέψει
Σ’ ένα Νιρβάνα τέλειο και πάλι να βρεθούνε
Και μ’ ένα λίκνισμα γλυκό να ξαναγκαλιαστούνε

Νιώθει τα κύματα παιδιά μέσα στην αγκαλιά της
Που ο έρωτας τους φύτεψε στη μήτρα την δικιά της
Και του τα στέλνει ολόγυρα τη νύχτα και τη μέρα
Όπως μια μάνα τρυφερή στον στοργικό πατέρα.




τα σύννεφα του δειλινου



                           Στα σύννεφα του δειλινού
                        Φιγούρες φτιάχνω  με τον νου
                            Κι αφήνω να με κλέψουν

                            Ανοίγω ολόλευκα πανιά
                              Με καπετάνιο τη χαρά
                              Για να με ταξιδέψουν

                           Κι αν κάθε μου όνειρο τρελό
                              Μες τον γαλάζιο ουρανό
                                 Γεννιέται και πεθαίνει

                                Ένα χαμόγελο αχνό
                           Για συντροφιά όταν γυρνώ
                               Πάνω στα χείλη μένει.


Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ (διηγημα)


                             ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ


     Η πτήση από Λονδίνο θα προσγειωνόταν σε είκοσι λεπτά. Ο Χάρης είχε ξαπλώσει στο κάθισμά του ακούγοντας μουσική από το μικρό walkman που κρατούσε στα χέρια του.
     Αποφάσισε να επιστρέψει χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν  από την τρελλοπαρέα, ήθελε να τους κάνει έκπληξη. Ήταν η πρώτη του χρονιά στο πανεπιστήμιο και έλειπε ήδη έξι μήνες. Στο τηλέφωνο μιλούσε σχεδόν καθημερινά με όλους, τον Χρήστο, την Νίκη, τον Σάκη, τον Τζώρτζη, την Νάντια.
    Η Νάντια ήταν η κοπέλα του, τέσσερα χρόνια ήταν μαζί. Από τους πρώτους μήνες της γνωριμίας τους, είδαν πως ταίριαζαν απόλυτα οι ιδέες τους, οι απόψεις τους, τα όνειρά τους. Έτσι αποφάσισαν, νοικιάζοντας ένα μικρό διαμερισματάκι, να συζήσουν. Εκείνη σπούδαζε Νομική. Είχε έρθει από κάποιο νησί. Ήταν δυναμική, ανεξάρτητη και αποφασιστική, ήξερε τι ήθελε και πώς να  πετύχει τους στόχους της. Η οικογένειά της έχοντας κάποια οικονομική άνεση, της παρείχε τα πάντα. Ο Χάρης ένιωθε ότι ο χαρακτήρας της, τον συμπλήρωνε, του έδιωχνε τις ανασφάλειες που κουβαλούσε. Τον βοήθησε να φτάσει γρήγορα στο πτυχίο και ήταν εκείνη που τον έσπρωξε να φύγει στο Λονδίνο για μεταπτυχιακά. Η σχέση τους ήταν σταθερή και ήρεμη.
     Η Νίκη ήταν η κολλητή της, πολύ πιο όμορφη από αυτήν. Όμως η έντονη προσωπικότητα της Νάντιας επισκίαζε την ομορφιά της Νίκης. Η Νάντια ήταν πάντα το επίκεντρο στην παρέα. Είχαν γνωριστεί στο Πανεπιστήμιο και ήταν μαζί από τον πρώτο χρόνο. Τα περισσότερα βράδια έμενε μαζί τους όταν περνούσε η ώρα πότε με συζήτηση, πότε βλέποντας ταινίες. Ο Χάρης την φώναζε κουμπαρούλα μια και το είχε ξεκαθαρίσει ότι αυτή θα τους πάντρευε .
     Ο Χρήστος ήταν παιδικός φίλος του Χάρη. Είχαν μαζί  μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά, μαζί στο σχολείο, στις σκανταλιές, στα πρώτα τους φλερτ. Εξομολογούσαν πάντα ο ένας στον άλλον τις ανησυχίες τους, τα σχέδια τους, τους έρωτες τους .
   Ο Σάκης και ο Τζώρτζης ήταν συμφοιτητές του Χάρη. Ο Σάκης πάντα με το αστείρευτο χιούμορ του ήταν η ψυχή της παρέας και ο Τζώρτζης με την κιθάρα του δεν άφηνε ποτέ την μοναξιά ή την πλήξη να φωλιάσει  στην συντροφιά τους. Είχαν δέσει όλοι τόσο πολύ που ένας
 ύπνος μόνο τους χώριζε.

    Όταν έφυγε ο Χάρης τον συνόδευσαν όλοι μαζί στο αεροδρόμιο. 
-         Κοίτα ρε, να προσέχεις τα Αγγλάκια είναι επικίνδυνα. Μη γυρίσεις πίσω με καμιά φούστα! τον πείραζε ο Σάκης λικνίζοντας το κορμί του.
-         Τη γυναίκα μου και τα μάτια σας, να μου την προσέχετε, τους έλεγε ο Χάρης, σφίγγοντας στην αγκαλιά του την Νάντια, σας καθιστώ υπεύθυνους αν κάτι συμβεί.
                                              *   *   *
«Προσδεθείτε, σε λίγα λεπτά προσγιωνόναστε στο αεροδρόμιο Ελ.Βενιζέλος» 
 Ο Χάρης ήταν γεμάτος χαρά και ανυπομονούσε να φτάσει στο σπίτι, στη Νάντια του. Άραγε θα ήταν εκεί ή θα είχε βγει έξω με τα παιδιά.
« αν δεν είναι» σκεφτόταν «θα μπω θα κάνω ένα ντουζάκι, θα ξαπλώσω και θα την περιμένω με σβηστά τα φώτα»
    Περιμένοντας τις αποσκευές του έριξε μια ματιά στο ρολόι του, 11.30΄.
    «Περασμένα μεσάνυχτα θα φτάσω... καλύτερα».!!  σκέφτηκε. 
   Δεν έβλεπε την ώρα να σφίξει στην αγκαλιά του την Νάντια, του έλειψε τόσο πολύ… Είχαν σχεδιάσει να πήγαινε να τον δει στο Λονδίνο, όμως αμέσως μετά την αναχώρηση του, έπιασε δουλεία σε ένα δικηγορικό γραφείο ως ασκουμένη και έτσι το ταξίδι της ματαιώθηκε.
     Πήρε ένα ταξί και σε είκοσι λεπτά ήταν έξω από το σπίτι. Έβαλε το κλειδί στη πόρτα και άνοιξε σιγά- σιγά, αν ήταν μέσα, ήθελε να βρεθεί ξαφνικά μπροστά της. 
Το διαμέρισμα ήταν μισοσκότεινο. Πατώντας στις μύτες των ποδιών του, προχώρησε στο μικρό σαλονάκι. Δύο φιγούρες ήταν αγκαλιασμένες στον καναπέ. Το αίμα του πάγωσε, για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος μη μπορώντας να πιστέψει ότι έβλεπε. Η Νάντια και ο Τζώρτζης …..
Όχι! Δεν ήταν δυνατόν! Γύρισε και έφυγε το ίδιο αθόρυβα. Ήταν ζαλισμένος από το σοκ που έπαθε . Κάθισε στα σκαλιά της εισόδου και άναψε ένα τσιγάρο.
« Όχι δεν το πιστεύω» μονολογούσε .
Το στομάχι του είχε γίνει ένας κόμπος, ένιωθε ότι θα ξεράσει.
« Γιατί ρε γαμώτο! Γιατί!»
Σηκώθηκε πέταξε το τσιγάρο και πήρε το δρόμο μη ξέροντας που πήγαινε. Μπροστά στα μάτια του οι δυο φιγούρες, του Τζώρτζη  και της Νάντιας. Έβγαλε από την τσέπη του το κινητό και κάλεσε τον Χρήστο.
« η κλήση σας προωθείται»
«Με γκόμενα θα’ ναι» σκέφτηκε .
Περπατώντας έφτασε στο σπίτι της Νίκης, χωρίς να διστάσει χτύπησε το κουδούνι. Εκείνη τρόμαξε μόλις τον είδε ανοίγοντας την πόρτα.
-         Χάρη ! ψέλλισε , τι σου συμβαίνει?
   Ο Χάρης πέρασε μέσα και σαν μεθυσμένος παραπατώντας έπεσε  στον καναπέ. Η Νίκη τον ακολούθησε έκπληκτη.
-         Βάλε μου ένα ουίσκι σε παρακαλώ, και κάθισε δίπλα μου. Μάλλον φέρε το μπουκάλι και ένα ποτήρι για σένα σίγουρα θα σου χρειαστεί.
  Η Νίκη έκανε ότι της είπε και κάθισε δίπλα του.
-         Τι συμβαίνει Χάρη? ξαναρώτησε γεμίζοντας τα ποτήρια.
-         Με πρόδωσαν τα κωλόπαιδα.
-         Τι λες για ποιους μιλάς? ρώτησε με απορία .
-         Για την κολλητή σου και τον Τζώρτζη λέω . Εσύ δεν ξέρεις τίποτα?
-         Χάρη σύνελθε τι βλακείες είναι αυτές . Η Νάντια σε λατρεύει, όλον αυτό τον καιρό έχουμε βαρεθεί να την ακούμε να μιλάει για σένα .
-         Τους είδα με τα μάτια μου μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, είπε σχεδόν ουρλιάζοντας, προσπαθώντας  με το ζόρι να κρατήσει τα δάκρυα που είχαν ανέβει στα μάτια του.
      Η Νίκη είχε πέσει από τα σύννεφα, δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που της έλεγε. Αν έτρεχε κάτι με τον Τζώρτζη, η Νάντια θα της το είχε πει δεν είχαν μυστικά μεταξύ τους. Κατέβασε μονορούφι το ποτό της ξαναγεμίζοντας πάλι το ποτήρι της.
    - Ξέρω ότι θα έβγαιναν σήμερα το βράδυ για κανένα ποτάκι , μάλιστα ήταν να πάω κι εγώ μαζί τους, όμως το ακύρωσα γιατί αύριο έχω δικαστήριο το πρωί. Ο Σάκης και ο Χρήστος είχαν ραντεβού.
   Άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε τα μαλλιά
-         Ίσως είναι μια παρεξήγηση, ένα λάθος. Σήκω να σου στρώσω εδώ στον καναπέ να κοιμηθείς και αύριο τα λέμε. Θα ξεκαθαρίσει το τοπίο, άντε γιατί αν δεν το κατάλαβες, είσαι τύφλα, ήπιες σχεδόν όλο το μπουκάλι.
     Ο Χάρης έγειρε και ακούμπησε το κεφάλι του επάνω στο στήθος της, μετά άρχισε να την φιλάει στο λαιμό.
-         Χάρη μη! Τι κάνεις! Οι αντιστάσεις της Νίκης ήταν μειωμένες. Ο Χάρης συνέχισε να την φιλάει και να την χαϊδεύει. Το άρωμά της ήταν μεθυστικό. Τόσο καιρό στο Λονδίνο ούτε που σκέφτηκε ποτέ άλλη γυναίκα, το μυαλό του ήταν συνέχεια στην Νάντια. Η Νίκη άφησε τον εαυτό της ελεύθερο στα χάδια του και χάθηκε στην αγκαλιά του.

      Το πρωί ο Χάρης σηκώθηκε πρώτος. Πήγε στο μπάνιο κι έριξε νερό στο πρόσωπό του ένιωθε το κεφάλι του βαρύ ήταν ακόμα ζαλισμένος από το ποτό. Έριξε μια ματιά στη Νίκη, κοιμόταν γυμνή.
« Τι έκανα ! σκέφτηκε, γιατί?!…
    Ντύθηκε και περπατώντας στις μύτες των ποδιών του άνοιξε την πόρτα. Το Ανοιξιάτικο αεράκι τον χάιδεψε στο πρόσωπο και τον έκανε να νιώσει καλύτερα. Περπατώντας είδε ένα καφενείο που μόλις είχε ανοίξει. Μπήκε και ζήτησε ένα διπλό καφέ. Στο μυαλό του τριγύριζαν τα γεγονότα της χτεσινής νύχτας.
   « Μια στιγμή αδυναμίας ήταν» ,σκέφτηκε. Την Νίκη ποτέ δεν την είχε δει με άλλο μάτι, μπορεί να ήταν η όμορφη, η κουκλάρα της παρέας μα πάνω απ όλα ήταν η καλή τους φίλη. Ένιωθε τύψεις για ότι έγινε, νόμιζε ότι τα έζησε όλα μέσα σε ένα όνειρο.
   Ο καφετζής τον κοίταζε περίεργα. Είχαν περάσει σχεδόν δύο ώρες  που  καρφωμένος με τα μάτια στο κενό, άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.
-          Ντέρτια φιλαράκο? του είπε πλησιάζοντάς τον. Είσαι μικρός ακόμα. Μάθε να παίρνεις τη ζωή όπως έρχεται, την ιστορία μας την γράφουμε εμείς….Σκούπισε το τραπέζι, πήρε το άδειο φλιτζάνι και γύρισε στο πόστο του.
    Ο Χάρης πετάχτηκε επάνω σαν ελατήριο οι τελευταίες λέξεις του καφετζή του άναψαν ένα φως.
-         Όπα !!! είπε. Σ’ ευχαριστώ φίλε. Τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη, πλήρωσε τον καφέ του και βγήκε έξω. Περπατώντας πήρε τηλέφωνο την Νάντια στο κινητό..
-         Έλα κοριτσάκι, καλημέρα, σου’ ρχομαι…. Μόλις πάτησα Ελλάδα!
-         Αγάπη μου! φώναξε χαρούμενα η Νάντια. Σε περιμένω και σ’ αγαπώ πολύ!!!
         Αμέσως μετά πήρε τηλέφωνο την Νίκη. Από την φωνή της κατάλαβε ότι κοιμόταν ακόμα.
-         Νίκη άκου, δεν με είδες, δεν με άκουσες, ήρθα σήμερα από Λονδίνο. Κατάλαβες? Οι στιγμές αδυναμίας μας δεν πρέπει να γκρεμίσουν την φιλία που χτίζαμε τόσα χρόνια. Η παρέα πρέπει να μείνει ενωμένη. Ας ξεχάσουμε ό,τι έγινε, θέλω να με συγχωρέσεις και να είναι όλα όπως πρώτα .
-         Okay! Να ξέρεις ότι η Νάντια σε λατρεύει, κι εγώ θα είμαι πάντα η κουμπαρούλα σας.
Σας αγαπώ και τους δυο....
                                                * * *
        Ο Χάρης αποφάσισε να μην μιλήσει ποτέ στη Νάντια για ό,τι είδε, για τον εφιάλτη που έζησε, θα άφηνε τον χρόνο να δείξει αν ήταν και για κείνη… μια στιγμή αδυναμίας…..


                                           Τ  Ε  Λ  Ο  Σ