ΣΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΑ...ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΚΟΡΗ ΜΟΥ

ΣΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΑ…..
Είχα το χρώμα της χαράς, κρεμάσει για στολίδι
Το κόκκινο, το κουφετί, το σιέλ και το λιλά
Άφηνα την καρδούλα μου να τρέξει, να πετάξει,
Το πρόσωπο αδιάκοπα να σου χαμογελά


Την ευτυχία έβαλα στο στρώμα να πλαγιάσει
Δίπλα σου, και την πότισα μ’ αθάνατο νερό
Και στις νεράιδες ζήτησα κλωστές από μετάξι
Να δέσω λύπες, βάσανα, κάθε πικρό καημό


Έστρωσα ροδοπέταλα στα πρώτα βήματα σου
μέλι στα χειλάκια σου, στην πρώτη σου την λέξη
και ζήτησα απ την Παναγιά, όπου ‘χεις τ’ όνομά της
καλότυχο, μυριόπλουμο στεφάνι να σου πλέξει.


ΣΤΗΝ ΚΟΡΗ ΜΟΥ


ΟΡΑΜΑΤΑ!!!!




ΟΡΑΜΑΤΑ…..

Το είναι μου αφουγκράζεται
Αργόσυρτη η ανάσα μέσα στα λάγνα κύματα του ερωτισμού.
Πού είσαι;
Η αυλόπορτα κλειστή. Ο άνεμος τρίζει το σκαλοπάτημα
Ήρθες…….
Ωω….!!!! Όχι!
Η πεθυμιά φέρνει οράματα
Πυγολαμπίδες αντιφεγγίζουν στου μυαλού την στράτα
Ο κουρσεμένος λογισμός κροταλίζει σαν βαριά αλυσίδα
Θυμάμαι…. Στου φεγγαριού το αργοπερπάτημα μου είχες πει Σ’ ΑΓΑΠΩ
Σαν μελίσσι βουίζουν τ’ αγαπημένα λόγια
Τώρα χάνομαι σαν σύννεφο στην αντάρα
Σαν αφρισμένο κύμα στου πελάγου την τρικυμία
Το σώμα κουφάρι
Η τελευταία σταγόνα αίματος κατρακυλάει αργά
Βουτάω το δάχτυλο στην χαρακιά
Γράφω ….ΤΕΛΟΣ!!!

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ--ΈΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗΝ ΛΕΒΕΝΤΟΓΕΝΝΑ

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ

Μέρα Μαγιού εδιάλεξε Ο Χίτλερ να χτυπήσει
Και των Γενναίων το νησί σκληρά να βομβαρδίσει
Μαύρισ’ ο ξάστρος ουρανός επίθεση εκάνα(ν)
Γερμανικά σκουρόχρωμα άμετρα αεροπλάνα


Με λύσσα επάνω πέφτουνε του Χίτλερ οι διαλεγμένοι
Λεηλατούν, δολοφονούν, χάνονται αντρωμένοι.
Η άμυνα γερά κρατεί σώμα με σώμα η μάχη
Ορμούν με μαυρομάνικα με δόντια άμα λάχει


Τσουγκράνες, τσάπες τα όπλα τους, αμύνονται με θάρρος
αντιπαλεύουν τον εχθρό κι όποιονε πάρει ο χάρος
Βιάνος, Μάλεμε, Κάνδανος, κι ύστερα τα Ανώγεια
Στο αίμα πώς πνιγήκανε, δεν περιγράφουν λόγια.


Με σθένος σαν τον Διγενή στα μαρμαρένια αλώνια
μες την γλυκιά την Άνοιξη, στα ανθισμένα κλώνια
Εννιά σκληρά μερόνυχτα γεμάτα αγωνία
Αντίσταση προβάλουνε στην εχθρική μανία


Μα οι Κρήτες δεν δαμάζονται, τραβούν στον Ψηλορείτη
Πάνω στα όρη τα Λευκά στη αψηλή την Δίκτη
Ηρωικά αντιστέκονται για μια τετραετία
και λευτερώνουν τα Χανιά, το Κάστρο, τη Σητεία,


το Ρέθυμνο και τον λαό τον κακοτυχισμένο
που, κάθε πόρτα είχε σταυρό και μαυροφορεμένο.
Λεβεντογέννα απέδειξες πως είσαι μάνα Κρήτη
Και λεοντόκαρδα παιδιά, γεμίζεις τον πλανήτη.


Ντόρα Μανατάκη



Εάλω η Πόλις .

Εάλω η πόλις
Κανείς δεν υπάρχει, Ουδείς που να άρχει
Καπνοί και αντάρα μια μαύρη κατάρα
Κραυγή απελπισίας , ωδή παρρησίας


Βοσπόρου παλάτι, καρδιά μας κομμάτι
Αγία Σοφιά μας, Χριστέ Παναγιά μας


Σπαθί και μαχαίρι, θηκιάζει στο χέρι
Θεριό λαβωμένο, παιχνίδι χαμένο


Και όμως κωφεύουν, οι φλόγες θεριεύουν
Ο κύβος ερίφθει, ο ήλιος εκρύφθει
ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ


Χαμένη πατρίδα, μνημεία στολίδια
Γινήκανε στάχτη, και αποκαΐδια


Με κλάμα βουβό, στην άκρη του δρόμου
Φορώντας την μάσκα, του πόνου, του τρόμου


Αφήνει καθένας, ότι έχει αγαπήσει
Το άγιο το χώμα
Που ιδρώτας και αίμα το έχει ποτίσει


Συντρίμμια τα όνειρα, οι ελπίδες κομμάτια
Παντού αντικρίζεις, την πίκρα στα μάτια
ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ


Γενιές επεράσαν, οι νέοι γεράσας
Μα, πληγή που ματώνει, ψυχή ξεσηκώνει!


ΝΤΌΡΑ ΜΑΝΑΤΑΚΗ


Από την εκδήλωση!!! Ευχαριστώ την πρόεδρο του πολιτιστικου συλλόγου Λακώνων  Γλυφάδας Φρύντα Μαυροπούλου για την τιμή που μου έκανε να απαγγείλω αυτό το ποίμα στην επέτειο της Αλώσεως της Κωνσταντινούπολεως!



Κάλλιο πρώτος στο χωριό (Διήγημα)


ΚΑΛΛΙΟ ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ…

Ο Γεράσιμος, (Τζέρυ τον φώναζαν) γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα πανέμορφο νησί του Ιονίου, την Κεφαλονιά.
Ήταν ένα γλυκό αγόρι γεμάτο ζωντάνια και όνειρα, πολλά όνειρα.
Από μικρό παιδί φανταζόταν τον εαυτό του πιλότο, αξιωματικό, ραλίστα, τραγουδιστή, ίσως μεγάλο μουσικό (αγαπούσε πολύ τη μουσική και στην εφηβεία του ήταν διαρκώς με μια κιθάρα στα χέρια ) στα πιο τρελά του όνειρα τον φανταζόταν και … αστροναύτη.
Το σχολείο γι αυτόν ήταν μια μικρή φυλακή. Όμως δεν χρειάστηκε ιδιαίτερο διάβασμα για να τελειώσει το γυμνάσιο, καθ’ ότι έξυπνος τα κατάφερε.
Το χωριό του, ήταν λίγα χιλιόμετρα έξω από το Αργοστόλι. Όταν τέλειωσε, με χίλια παρακάλια κατάφερε τον πατέρα του να του αγοράσει μια μηχανή, Σπουδαίο απόκτημα για την εποχή, και βέβαια πoιός τον έπιανε το Τζέρυ. Περνούσε μπροστά από τις κοπελιές του νησιού, κάνοντας τα κόρτε του και τις φιγούρες του. Ήταν και ο «πρώτος» που λένε.. Είχε το χάρισμα πάντα να είναι ο πρώτος στην παρέα, με τα ανέκδοτά του, το πειράγματά του, το χιούμορ του.

Εκείνη την εποχή,ο Elvis Prisley, οι Beatles, οι Idols, οι Rolling stones ήταν τα πρότυπά του.
Περνούσε ,ώρες στον καθρέφτη με την κιθάρα του μιμούμενος χορευτικές φιγούρες των ινδαλμάτων του. Έτσι αποφάσισε μαζί με μερικούς άλλους φίλους του, να φτιάξουν ένα συγκρότημα και κάθε Κυριακή πρωί, στον κινηματογράφο της πόλης τους, κατόπιν συμφωνίας με τον ιδιοκτήτη, να δίνουν μουσικές παραστάσεις .
Αυτό, κράτησε λίγους μήνες. Ένα πρωί έφτασε στο σπίτι του μια επιστολή. Η πατρίδα τον καλούσε. Έπρεπε να πάει στρατιώτης, ή να πάρει αναβολή και να δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Βρέθηκε σε δίλημμα. Να στρωθεί στο διάβασμα ή να συνεχίσει την «καριέρα» του σαν μουσικός;
Αποφάσισε το δεύτερο και ένα ωραίο πρωινό βρέθηκε ντυμένος στο χακί.
Η τύχη στον στρατό του χαμογέλασε , Είχε αναλάβει την ψυχαγωγία των φαντάρων και η λούφα πήγε σύννεφο. Πέρασε δυο χρονάκια, ζωή και κότα.
Όταν γύρισε στο νησί είπε στον πατέρα του.
-Πατέρα, πήρα την απόφαση μου θα γίνω μουσικός αλλά….Καριέρα μόνο στην Αθήνα μπορώ να κάνω. Έχω ταλέντο και το ξέρω, εδώ χάνεται.
Εκείνος πάλι τον προτιμούσε δημόσιο υπάλληλο. Είχε κάνει και τις σχετικές του ενέργειες να τον διορίσει σε σίγουρη θέση.
-Άσε τσι μούρλες και τσι παρόλες! Μίλησα με το βουλευτή μας, που ‘ναι και καρδιακός μου φίλος και μου ‘ταξε να σε τακτοποιήσει. Του είπε. Τι τσι θες τσ’ Αθήνες και κουραφέξαλα. Βρες και μια καλή κοπέλα από σπίτι να παντρευτείς και μείνε στο νησί.
-Άι ψυχή μου άκου τον πατέρα σου, συμπλήρωνε κι μάνα του , πούλιω σ’ αρέσει τζόγια μου, να γυρνάς τσι ρούγες τσ’ Αθήνας παρά να ‘σαι στο κονάκι σου;
Ο Τζέρυ δεν άκουγε κανέναν. Ετοίμασε τα πράγματά του και ένα πρωί μπήκε στο πλοίο κι έφυγε.
Στο στρατό είχε γνωρίσει κάτι φιλαράκια Αθηναίους. Πήγε και τους βρήκε. Τα όνειρά του καλπάζανε με ορμή στο νεανικό μυαλό του. Ήταν σίγουρος για την επιτυχία.
Ο πρώτος καιρός ήταν δύσκολος. Έψαξε να βρει δουλειά σαν μουσικός, να παίζει κιθάρα σε κανένα συγκρότημα όμως παντού πόρτες κλειστές. Η «φίρμα» του νησιού εδώ ήταν ένα άγνωστο επαρχιωτόπουλο που δεν του έδινε κανένας σημασία .
Έπιασε δουλειά σαν σερβιτόρος, για να μπορεί να βγάζει τα έξοδά του. Αμάθητος όπως ήταν γύριζε, σχεδόν ξημερώματα,, ψόφιος.
-Δεν είναι αυτή δουλειά για μένα, έλεγε και, από τον πρώτο κιόλας μήνα τα παράτησε.
Ακολούθησαν κι άλλα επαγγέλματα. Πωλητής, συνεργείο αυτοκινήτων, λίγο οικοδομή. Στο τέλος, βρήκε μια ταβερνούλα συνοικιακή που ζητούσε μουσικό και τραγουδιστή για την διασκέδαση των θαμώνων. Ο Τζέρυ με πεσμένα τα φτερά ,αναγκάστηκε να συμβιβαστεί αλλάζοντας το ρεπερτόριο του. Πάνε οι Beatles, πάνε οι Rolling stones, πάνε οι ονειρεμένες συναυλίες, πάνε τα χειροκροτήματα…

Δεν είχε κλείσει καλά – καλά ούτε χρόνο στην Αθήνα και ένα πρωινό πήρε τηλέφωνο τον πατέρα του .
-Πατέρα ισχύει ακόμα η υπόσχεση του βουλευτή και συμπατριώτης μας ; ρώτησε. Για κείνη, τη θέση, στο δημόσιο που μου ‘λεγες!
Ο πατέρας του χαμογέλασε κάτω από το παχύ του μουστάκι .
- Κανάγια του είπε χαϊδευτικά έλα πίσω μωρέ και θα τα σάξουμε τα πράματα.
Δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα πήρε το πρώτο πλοίο για το νησί του. Άφησε την Αθήνα ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω του.

Ο Τζέρυ σήμερα είναι ένας ώριμος σαραντάρης, οικογενειάρχης με δυο χαριτωμένα πιτσιρίκια. Υπάλληλος στον ΟΤΕ και ένας επίσης μαχητικός δημοτικός σύμβουλος με όνειρο να γίνει σύντομα και … δήμαρχος.
Τα βράδια με την κιθαρίτσα του διασκεδάζει τους φίλους του πίνοντας την ρομπόλα τους και κάνοντας τους να γελούν με τον χαρισματικό του τρόπο, να λέει ανέκδοτα.

Συχνά πυκνά τους ξεφουρνίζει και την αγαπημένη του παροιμία που γι αυτόν κρύβει την μεγαλύτερη αλήθεια.
-φίλοι μου, πρέπει να ξέρετε ότι….
« ΚΑΛΛΙΟ ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ, ΠΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ»

ΓΙΑΤΙ????

Κλάμα βουβό για τον αδικοχαμένο πατέρα έπνιξε σήμερα τις ψυχές όλων μας. Και ένα ΓΙΑΤΙ ατέρμωνας στα χείλη.
Ποιός θα βρεθεί να καθαρίσει αυτόν τον κόπρο που μας εχει πνίξει?
Γιατί ενω νιώθουμε την αγανακτηση να ξεχειλίζει απο μέσα μας ειμαστε τόσο αδύναμοι και έρμαιο της μοίρας μας???
Ποιές αόρατες κλωστές μας έχουν δεμένους και μένουμε αδρανείς???
Πόσο πια έχει εκφυλιστεί αυτή η ράτσα???
Γιατί καθισμένοι στους αναπαυτικούς καναπέδες μας βρίζουμε το άψυχο βλακοκούτι που στέκει απεναντί μας???
Ας γίνει θεέ μου το αίμα αυτού του πατέρα το μελάνι που θα γραψει μια καινούργια σελίδα στην ιστορία...
Ας παψουμε πια να ειμαστε οι "ελεύθεροι πολιορκιμένοι¨" μέσα στην χώρα μας...
Ας ξεθάψουμε τον αληθινό Έλληνα που εχουμε θαψει μέσα μας. Τον Έλληνα τον ήρωα που ξέρει να αγωνίζεται και να χαίρει παγκοσμιάς εκτίμησης!!!