ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ



Όλος ο κόσμος σου, ένα μπαλκόνι, πώς να χωρέσει το ανήσυχο πνεύμα σου; πώς να χωρέσει το ασυμβίβαστο θεριό που πάντα έκρυβες μέσα σου;

            Κι όμως συμβιβάστηκες μες την απέραντη μοναξιά μιας χαμένης αίσθησης. Τα μάτια της πονεμένης σου ψυχής έμειναν μόνο να κοιτούν το μακρινό πολυτάραχο παρελθόν σου, και να αναπολούν.

            Τώρα όλα έσβησαν, μια ολόκληρη ζωή τέλειωσε μα δυό ανάσες. Ένας φρεσκοσκαμμένος τάφος θα δεχθεί, τη δημιουργία, τα αισθήματα, τον πόνο, και τις χαρές των ογδόντα οκτώ σου χρόνων.
                               ____________

ΣΕ ΣΕΝΑ

Πρωτομαγια θυμάμαι ήταν οταν έφυγες
για το ταξίδι σου ψηλά στ΄αστέρια
και έμεινε η ψυχή μου ορφανή
και αδειανά τα δυό μου χέρια
Αχ!έσβησε η μορφή σου αυτή που λάτρευα
που τόσα είχες προσφέρει στη ζωή του 
Πώς χάθηκε στ’ αλήθεια τόση δύναμη
Που είχες στο κορμί και στην ψυχή σου......

σαν βασιλέψανε τα δυο γαλάζια μάτια σου
και αρχισε να σβήνει η πνοή σου
με σπαραγμό προφερανε τα χείλη μου
μονο δυο λέξεις...
Αχ! πατέρα μου κρατήσου....
δεν ήθελα να φύγεις απο δίπλα μου
να σ εχω ήθελα μονάχα
 και ν ακούω την φωνή σου
μ' άλλα τα θέλω του θεού, της μοίρας μας...
μου μεινε ναχω συντροφιά μου την μορφή σου!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΟΛΥΑΝΝΑΣ

Παιδική Βιβλιοθήκη Α΄ : «Πολυάννα, το παιχνίδι της χαράς» Ελένη Χοντολίδου /  Ο Αναγνώστης      Πρωτοδιάβασα την  "Πολυάνν...