ΟΝΕΙΡΑ ΠΟΥ ΓΙΝΑΝ ΣΚΟΝΗ



Στου καλοκαιριού την κάψα
Κάποτε μετρούσες άστρα
Φύσαγε το μαϊστράλι
Και σ απάγκιο ακρογιάλι
Έστηνες χορό
Φύσηξε μπάτης, μαΐστρος
Άνοιξε πανιά ο ίστρος
Μέρες, νύχτες καταγράφει,
Χρώμα μπλε τις υπογράφει
Σε θολό νερό
Τι γοργά ο νους οδεύει
Σύννεφο πέπλο μαζεύει
Ευτυχίας σκηνές
Που χουν μείνει γυμνές
Όνειρα που γίναν σκόνη
Και τα σκέπασε το χιόνι!

ΑΛΗΤΗ ΗΛΙΕ ΜΟΥ

ΑΛΗΤΗ ΗΛΙΕ ΜΟΥ

Αλήτη ήλιε μου γυρνάς, ελεύθερος διαβαίνεις
Όπου γουστάρεις κι αγαπάς και σαν τον κλέφτη μπαίνεις.

Ήλιε σαν να ‘σαι εραστής, χαϊδεύεις το κορμί μου
Όμως ποτέ δεν άγγιξες και λίγο την ψυχή μου

Ήλιε μου φίλε προσπαθώ να σου κλέψω τις ακτίδες
Στην καρδιά μου να τις ρίξω μα είναι μάταιες  οι ελπίδες.

Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑ


ΚΟΥΡΣΕΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ



                           Κουρσεμένα όνειρα


Κομμάτια μιας χαμένης άνοιξης

Σκόρπια ροδοπέταλα στο γκρίζο του χειμώνα

Μικρές αχτίδες φωτός πέφτουν

Στις ζαρωμένες ελπίδες

Που έχω αφήσει πάνω

Στα σκονισμένα έπιπλα

Του μικρού δωματίου

Χρυσές σταγόνες βροχής οι αναμνήσεις

Κι εσύ θολή εικόνα το απομεσήμερο…..




τα πουλιά της αγάπης

         


            Χτύπησαν με δύναμη τις φτερούγες τους
Τα πουλιά της αγάπης και πέταξαν μακριά
Τι κρίμα!!!
Λόγια που έπεσαν σαν κεραυνοί
τάραξαν την γαλήνη τους, τα τρόμαξαν,
τα έδιωξαν….
 και είχαν κουρνιάσει τόσο γλυκά ,τόσο ήρεμα,
πάνω στο ολάνθιστο δέντρο της ψυχής μου….

Βράχος και θάλασσα




Ο βράχος και η θάλασσα αιώνιοι εραστές
Ζούνε κι δύο τον έρωτα γεμάτο εναλλαγές
Εκείνος πάντα ακλόνητος βουβός καρτερικός
Ειν’ ο δικός της σύντροφος πιστός ιδανικός

Σαν μια σειρήνα ακούραστα του σιγοτραγουδάει
Με νάζια και καμώματα τον κάνει να μεθάει
Με τα γλυκά τα χάδια της και  τα τρελά φιλιά της
Τονε κρατάει δέσμιο μέσα στην αγκαλιά της

Άλλοτε πάλι άγρια γεμάτη αλαζονεία
Σαν αμαζόνα λυγερή κρατάει τα ηνία
Καλπάζοντας αγέρωχα στο άσπρο της το άτι
Ορθώνεται πετά ψηλά να φτάσει την Αστάρτη

Μα κείνος τηνε καρτερεί πότε θα ημερέψει
Το πλάνο της χαμόγελο μ’ αγάπη να του γνέψει
Σ’ ένα Νιρβάνα τέλειο και πάλι να βρεθούνε
Και μ’ ένα λίκνισμα γλυκό να ξαναγκαλιαστούνε

Νιώθει τα κύματα παιδιά μέσα στην αγκαλιά της
Που ο έρωτας τους φύτεψε στη μήτρα την δικιά της
Και του τα στέλνει ολόγυρα τη νύχτα και τη μέρα
Όπως μια μάνα τρυφερή στον στοργικό πατέρα.




τα σύννεφα του δειλινου



                           Στα σύννεφα του δειλινού
                        Φιγούρες φτιάχνω  με τον νου
                            Κι αφήνω να με κλέψουν

                            Ανοίγω ολόλευκα πανιά
                              Με καπετάνιο τη χαρά
                              Για να με ταξιδέψουν

                           Κι αν κάθε μου όνειρο τρελό
                              Μες τον γαλάζιο ουρανό
                                 Γεννιέται και πεθαίνει

                                Ένα χαμόγελο αχνό
                           Για συντροφιά όταν γυρνώ
                               Πάνω στα χείλη μένει.


ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ (διηγημα)


                             ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΔΥΝΑΜΙΑΣ


     Η πτήση από Λονδίνο θα προσγειωνόταν σε είκοσι λεπτά. Ο Χάρης είχε ξαπλώσει στο κάθισμά του ακούγοντας μουσική από το μικρό walkman που κρατούσε στα χέρια του.
     Αποφάσισε να επιστρέψει χωρίς να ειδοποιήσει κανέναν  από την τρελλοπαρέα, ήθελε να τους κάνει έκπληξη. Ήταν η πρώτη του χρονιά στο πανεπιστήμιο και έλειπε ήδη έξι μήνες. Στο τηλέφωνο μιλούσε σχεδόν καθημερινά με όλους, τον Χρήστο, την Νίκη, τον Σάκη, τον Τζώρτζη, την Νάντια.
    Η Νάντια ήταν η κοπέλα του, τέσσερα χρόνια ήταν μαζί. Από τους πρώτους μήνες της γνωριμίας τους, είδαν πως ταίριαζαν απόλυτα οι ιδέες τους, οι απόψεις τους, τα όνειρά τους. Έτσι αποφάσισαν, νοικιάζοντας ένα μικρό διαμερισματάκι, να συζήσουν. Εκείνη σπούδαζε Νομική. Είχε έρθει από κάποιο νησί. Ήταν δυναμική, ανεξάρτητη και αποφασιστική, ήξερε τι ήθελε και πώς να  πετύχει τους στόχους της. Η οικογένειά της έχοντας κάποια οικονομική άνεση, της παρείχε τα πάντα. Ο Χάρης ένιωθε ότι ο χαρακτήρας της, τον συμπλήρωνε, του έδιωχνε τις ανασφάλειες που κουβαλούσε. Τον βοήθησε να φτάσει γρήγορα στο πτυχίο και ήταν εκείνη που τον έσπρωξε να φύγει στο Λονδίνο για μεταπτυχιακά. Η σχέση τους ήταν σταθερή και ήρεμη.
     Η Νίκη ήταν η κολλητή της, πολύ πιο όμορφη από αυτήν. Όμως η έντονη προσωπικότητα της Νάντιας επισκίαζε την ομορφιά της Νίκης. Η Νάντια ήταν πάντα το επίκεντρο στην παρέα. Είχαν γνωριστεί στο Πανεπιστήμιο και ήταν μαζί από τον πρώτο χρόνο. Τα περισσότερα βράδια έμενε μαζί τους όταν περνούσε η ώρα πότε με συζήτηση, πότε βλέποντας ταινίες. Ο Χάρης την φώναζε κουμπαρούλα μια και το είχε ξεκαθαρίσει ότι αυτή θα τους πάντρευε .
     Ο Χρήστος ήταν παιδικός φίλος του Χάρη. Είχαν μαζί  μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά, μαζί στο σχολείο, στις σκανταλιές, στα πρώτα τους φλερτ. Εξομολογούσαν πάντα ο ένας στον άλλον τις ανησυχίες τους, τα σχέδια τους, τους έρωτες τους .
   Ο Σάκης και ο Τζώρτζης ήταν συμφοιτητές του Χάρη. Ο Σάκης πάντα με το αστείρευτο χιούμορ του ήταν η ψυχή της παρέας και ο Τζώρτζης με την κιθάρα του δεν άφηνε ποτέ την μοναξιά ή την πλήξη να φωλιάσει  στην συντροφιά τους. Είχαν δέσει όλοι τόσο πολύ που ένας
 ύπνος μόνο τους χώριζε.

    Όταν έφυγε ο Χάρης τον συνόδευσαν όλοι μαζί στο αεροδρόμιο. 
-         Κοίτα ρε, να προσέχεις τα Αγγλάκια είναι επικίνδυνα. Μη γυρίσεις πίσω με καμιά φούστα! τον πείραζε ο Σάκης λικνίζοντας το κορμί του.
-         Τη γυναίκα μου και τα μάτια σας, να μου την προσέχετε, τους έλεγε ο Χάρης, σφίγγοντας στην αγκαλιά του την Νάντια, σας καθιστώ υπεύθυνους αν κάτι συμβεί.
                                              *   *   *
«Προσδεθείτε, σε λίγα λεπτά προσγιωνόναστε στο αεροδρόμιο Ελ.Βενιζέλος» 
 Ο Χάρης ήταν γεμάτος χαρά και ανυπομονούσε να φτάσει στο σπίτι, στη Νάντια του. Άραγε θα ήταν εκεί ή θα είχε βγει έξω με τα παιδιά.
« αν δεν είναι» σκεφτόταν «θα μπω θα κάνω ένα ντουζάκι, θα ξαπλώσω και θα την περιμένω με σβηστά τα φώτα»
    Περιμένοντας τις αποσκευές του έριξε μια ματιά στο ρολόι του, 11.30΄.
    «Περασμένα μεσάνυχτα θα φτάσω... καλύτερα».!!  σκέφτηκε. 
   Δεν έβλεπε την ώρα να σφίξει στην αγκαλιά του την Νάντια, του έλειψε τόσο πολύ… Είχαν σχεδιάσει να πήγαινε να τον δει στο Λονδίνο, όμως αμέσως μετά την αναχώρηση του, έπιασε δουλεία σε ένα δικηγορικό γραφείο ως ασκουμένη και έτσι το ταξίδι της ματαιώθηκε.
     Πήρε ένα ταξί και σε είκοσι λεπτά ήταν έξω από το σπίτι. Έβαλε το κλειδί στη πόρτα και άνοιξε σιγά- σιγά, αν ήταν μέσα, ήθελε να βρεθεί ξαφνικά μπροστά της. 
Το διαμέρισμα ήταν μισοσκότεινο. Πατώντας στις μύτες των ποδιών του, προχώρησε στο μικρό σαλονάκι. Δύο φιγούρες ήταν αγκαλιασμένες στον καναπέ. Το αίμα του πάγωσε, για μερικά δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος μη μπορώντας να πιστέψει ότι έβλεπε. Η Νάντια και ο Τζώρτζης …..
Όχι! Δεν ήταν δυνατόν! Γύρισε και έφυγε το ίδιο αθόρυβα. Ήταν ζαλισμένος από το σοκ που έπαθε . Κάθισε στα σκαλιά της εισόδου και άναψε ένα τσιγάρο.
« Όχι δεν το πιστεύω» μονολογούσε .
Το στομάχι του είχε γίνει ένας κόμπος, ένιωθε ότι θα ξεράσει.
« Γιατί ρε γαμώτο! Γιατί!»
Σηκώθηκε πέταξε το τσιγάρο και πήρε το δρόμο μη ξέροντας που πήγαινε. Μπροστά στα μάτια του οι δυο φιγούρες, του Τζώρτζη  και της Νάντιας. Έβγαλε από την τσέπη του το κινητό και κάλεσε τον Χρήστο.
« η κλήση σας προωθείται»
«Με γκόμενα θα’ ναι» σκέφτηκε .
Περπατώντας έφτασε στο σπίτι της Νίκης, χωρίς να διστάσει χτύπησε το κουδούνι. Εκείνη τρόμαξε μόλις τον είδε ανοίγοντας την πόρτα.
-         Χάρη ! ψέλλισε , τι σου συμβαίνει?
   Ο Χάρης πέρασε μέσα και σαν μεθυσμένος παραπατώντας έπεσε  στον καναπέ. Η Νίκη τον ακολούθησε έκπληκτη.
-         Βάλε μου ένα ουίσκι σε παρακαλώ, και κάθισε δίπλα μου. Μάλλον φέρε το μπουκάλι και ένα ποτήρι για σένα σίγουρα θα σου χρειαστεί.
  Η Νίκη έκανε ότι της είπε και κάθισε δίπλα του.
-         Τι συμβαίνει Χάρη? ξαναρώτησε γεμίζοντας τα ποτήρια.
-         Με πρόδωσαν τα κωλόπαιδα.
-         Τι λες για ποιους μιλάς? ρώτησε με απορία .
-         Για την κολλητή σου και τον Τζώρτζη λέω . Εσύ δεν ξέρεις τίποτα?
-         Χάρη σύνελθε τι βλακείες είναι αυτές . Η Νάντια σε λατρεύει, όλον αυτό τον καιρό έχουμε βαρεθεί να την ακούμε να μιλάει για σένα .
-         Τους είδα με τα μάτια μου μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, είπε σχεδόν ουρλιάζοντας, προσπαθώντας  με το ζόρι να κρατήσει τα δάκρυα που είχαν ανέβει στα μάτια του.
      Η Νίκη είχε πέσει από τα σύννεφα, δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά που της έλεγε. Αν έτρεχε κάτι με τον Τζώρτζη, η Νάντια θα της το είχε πει δεν είχαν μυστικά μεταξύ τους. Κατέβασε μονορούφι το ποτό της ξαναγεμίζοντας πάλι το ποτήρι της.
    - Ξέρω ότι θα έβγαιναν σήμερα το βράδυ για κανένα ποτάκι , μάλιστα ήταν να πάω κι εγώ μαζί τους, όμως το ακύρωσα γιατί αύριο έχω δικαστήριο το πρωί. Ο Σάκης και ο Χρήστος είχαν ραντεβού.
   Άπλωσε το χέρι της και του χάιδεψε τα μαλλιά
-         Ίσως είναι μια παρεξήγηση, ένα λάθος. Σήκω να σου στρώσω εδώ στον καναπέ να κοιμηθείς και αύριο τα λέμε. Θα ξεκαθαρίσει το τοπίο, άντε γιατί αν δεν το κατάλαβες, είσαι τύφλα, ήπιες σχεδόν όλο το μπουκάλι.
     Ο Χάρης έγειρε και ακούμπησε το κεφάλι του επάνω στο στήθος της, μετά άρχισε να την φιλάει στο λαιμό.
-         Χάρη μη! Τι κάνεις! Οι αντιστάσεις της Νίκης ήταν μειωμένες. Ο Χάρης συνέχισε να την φιλάει και να την χαϊδεύει. Το άρωμά της ήταν μεθυστικό. Τόσο καιρό στο Λονδίνο ούτε που σκέφτηκε ποτέ άλλη γυναίκα, το μυαλό του ήταν συνέχεια στην Νάντια. Η Νίκη άφησε τον εαυτό της ελεύθερο στα χάδια του και χάθηκε στην αγκαλιά του.

      Το πρωί ο Χάρης σηκώθηκε πρώτος. Πήγε στο μπάνιο κι έριξε νερό στο πρόσωπό του ένιωθε το κεφάλι του βαρύ ήταν ακόμα ζαλισμένος από το ποτό. Έριξε μια ματιά στη Νίκη, κοιμόταν γυμνή.
« Τι έκανα ! σκέφτηκε, γιατί?!…
    Ντύθηκε και περπατώντας στις μύτες των ποδιών του άνοιξε την πόρτα. Το Ανοιξιάτικο αεράκι τον χάιδεψε στο πρόσωπο και τον έκανε να νιώσει καλύτερα. Περπατώντας είδε ένα καφενείο που μόλις είχε ανοίξει. Μπήκε και ζήτησε ένα διπλό καφέ. Στο μυαλό του τριγύριζαν τα γεγονότα της χτεσινής νύχτας.
   « Μια στιγμή αδυναμίας ήταν» ,σκέφτηκε. Την Νίκη ποτέ δεν την είχε δει με άλλο μάτι, μπορεί να ήταν η όμορφη, η κουκλάρα της παρέας μα πάνω απ όλα ήταν η καλή τους φίλη. Ένιωθε τύψεις για ότι έγινε, νόμιζε ότι τα έζησε όλα μέσα σε ένα όνειρο.
   Ο καφετζής τον κοίταζε περίεργα. Είχαν περάσει σχεδόν δύο ώρες  που  καρφωμένος με τα μάτια στο κενό, άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.
-          Ντέρτια φιλαράκο? του είπε πλησιάζοντάς τον. Είσαι μικρός ακόμα. Μάθε να παίρνεις τη ζωή όπως έρχεται, την ιστορία μας την γράφουμε εμείς….Σκούπισε το τραπέζι, πήρε το άδειο φλιτζάνι και γύρισε στο πόστο του.
    Ο Χάρης πετάχτηκε επάνω σαν ελατήριο οι τελευταίες λέξεις του καφετζή του άναψαν ένα φως.
-         Όπα !!! είπε. Σ’ ευχαριστώ φίλε. Τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη, πλήρωσε τον καφέ του και βγήκε έξω. Περπατώντας πήρε τηλέφωνο την Νάντια στο κινητό..
-         Έλα κοριτσάκι, καλημέρα, σου’ ρχομαι…. Μόλις πάτησα Ελλάδα!
-         Αγάπη μου! φώναξε χαρούμενα η Νάντια. Σε περιμένω και σ’ αγαπώ πολύ!!!
         Αμέσως μετά πήρε τηλέφωνο την Νίκη. Από την φωνή της κατάλαβε ότι κοιμόταν ακόμα.
-         Νίκη άκου, δεν με είδες, δεν με άκουσες, ήρθα σήμερα από Λονδίνο. Κατάλαβες? Οι στιγμές αδυναμίας μας δεν πρέπει να γκρεμίσουν την φιλία που χτίζαμε τόσα χρόνια. Η παρέα πρέπει να μείνει ενωμένη. Ας ξεχάσουμε ό,τι έγινε, θέλω να με συγχωρέσεις και να είναι όλα όπως πρώτα .
-         Okay! Να ξέρεις ότι η Νάντια σε λατρεύει, κι εγώ θα είμαι πάντα η κουμπαρούλα σας.
Σας αγαπώ και τους δυο....
                                                * * *
        Ο Χάρης αποφάσισε να μην μιλήσει ποτέ στη Νάντια για ό,τι είδε, για τον εφιάλτη που έζησε, θα άφηνε τον χρόνο να δείξει αν ήταν και για κείνη… μια στιγμή αδυναμίας…..


                                           Τ  Ε  Λ  Ο  Σ







Οι μικρές μου αδυναμίες....




 Πάντα  είχα μια  αδυναμία στα μικρά αντικείμενα, καρτούλες, κουτάκια, μικρές κούκλίτσες, μικρά σε μέγεθος βιβλία, μπλοκάκια, πετρούλες, ακόμα και το αγαπημένο μου παραμύθι ( μην γελάσετε) ήταν « Η ΤΟΣΟΔΟΥΛΑ» (σίγουρα όλοι θα το έχετε διαβάσει). Δεν μπόρεσα μέχρι τώρα να δώσω μια εξήγηση στο γιατί…. ακόμα και σήμερα την κουβαλάω αυτή την αδυναμία μου και μαζεύω ότι απίθανο μικρό  πραγματάκι μου κάνει κλικ….
Για κακή μου τύχη και από την καλή μου την καρδιά, μη θέλοντας να χαλάσω το χατίρι του συζύγου ( δεν έτυχε βλέπετε να έχουμε τις ίδιες αδυναμίες) βρέθηκα  με υπερδιπλο κρεβάτι, τεράστιο ψυγείο, μεγάλο καναπέ και πολυθρόνες και γενικά με πράγματα μακράν των επιθυμιών μου. Τώρα θα μου πείτε σπιτικό έστηνα όχι κουκλόσπιτο)….. σωστά!  Αλλά η επιθυμία για μια σοφιτούλα κατά δική μου είχε κάνει φωλιά μέσα μου.
Πριν κάμποσα χρόνια αποφασίσαμε να ψάξουμε για την αγορά ενός σπιτιού. Είδαμε πολλά… εγώ έψαχνα πάντα με το όνειρο μου ζωντανό, να έχει και κάτι όπως το ήθελα … ένα μικρό χώρο.
 Η τύχη μου χαμογέλασε!!! Το σπίτι που μας άρεσε είχε στο πίσω μέρος του κήπου και τέσσερα μικρά δωμάτια 15 τετρ. το καθένα ( αποθήκες τα χαρακτήριζαν),
«Καλέ τι αποθήκες μου λέτε σκέφτηκα, ένα από αυτά τα δωματιάκια θα είναι το μικρό μου βασίλειο. Ναι!!!
 Και έτσι, έγινε το ονειράκι μου μια πραγματικότητα.
 Η μικρή αποθήκη μεταμορφώθηκε σε ένα ζεστό χώρο που στεγάζει ο,τι αγαπημένο έχω, Τα βιβλία μου, τις μπογιές μου, τους δίσκους μου, το παλιό μου στερεοφωνικό με το πικ απ,  το γραφειάκι μου, και όλα τα μικροαντικείμενα που λατρεύω….
‘Όταν με χάνουν από το σπίτι ξέρουν…. Είμαι στο ησυχαστήριο μου… εκεί, που ότι υπάρχει μέσα,  η αξία του είναι μόνο συναισθηματική….

Στην μάνα!!! Χρόνια πολλά σ ολές τις μανούλες

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΑΝΑ Στο κάθε βήμα της ζωής εσύ είσαι στήριγμα μου σε κάθε δύσκολη στιγμή εσένα έχω κοντά μου Μάνα όταν τα μάτια σο...