ΕΝΑΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ Η ΨΥΧΗ



ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Κάποιες παλιές, γλυκές αναμνήσεις.
Καρδιά μου το ξέρω πως θες να κρατήσεις
Γιατί είσαι μαζί τους σφιχτά ζυμωμένη
Αγάπης φιγούρες που σ’ έχουν δεμένη

Τα πρώτα σκιρτήματα, αγγίξαν δειλά
Στα πρώτα τα βήματα, της καρδιάς σου τα φύλλα
Ανέμελος έρωτας γεμάτο ζωή
Που η σκέψη του φέρνει, γλυκιά ανατριχίλα.

Ήτανε τότε, σταγόνες μ βάλσαμο
Στη φλόγα που σ’ έκαιγε της εφηβείας
Και τώρα που ήρθαν τα ώριμα χρόνια
Την δίψα δεν έσβησαν της νοσταλγίας

Ακόμα κι ο πόνος ενός χωρισμού
Μπορεί να βγαίνει μέσ’ απ τα στήθη
Μ’ ένα χαμόγελο που αχνά ζωγραφίζεται
Γιατί δεν πέρασε ποτέ του στην λήθη

Κι αν τότε σε πόνεσε και στάλαξε πίκρα
Και δάκρυ ατέλειωτο τον είχες ποτίσει
Σήμερα νιώθεις βαθιά ευτυχισμένη
Για κείνα τα όνειρα που εσύ είχες ζήσει.

Η ΝΥΧΤΑ

Η ΝΥΧΤΑ
Η νύχτα κρύβει μυστικά
Που η μέρα δεν τα ξέρει
Μόλις χάραξε η αυγή
Τα γυροσκόρπισε μακριά
Το πρώτο της τα’ αγέρι

Έκανε δροσοστάλαγμα
Το δάκρυ που κυλούσε
Έκανε αύρα πρωινή
Την πίκρα που μιλούσε
Της μοναξιάς τα λόγια

Έριξε φως και ζέστανε
Με του ήλιου τις ακτίδες
Τα πρόσωπα που χάραξαν
Τη νύχτα οι ρυτίδες
Από τον πόνο τον βουβό

Η μαυροφόρα μάγισσα
είναι εξομολόγος
από τα χείλη της ποτέ
κανείς δεν φεύγει λόγος

δεν μαρτυρά τα μυστικά
που ρίχνεις στην ποδιά της
εμπιστοσύνη δείξε της
κρύψου στην αγκαλιά της

ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ

ΚΕΦΑΛΟΝΙΑ

Του γονιού μου πατρίδα
Πόσο λίγο σε ξέρω
Κι όμως πόση αγάπη
Κρύβω μες την καρδιά

Του γονιού μου κονάκι
Ξακουστό Αργοστόλι
Του Ιονίου στολίδι
Είσαι Κεφαλονιά

Θέλω μια, κάποια μέρα
Όταν θα το μπορώ
Να αράξω κοντά σου
Την γαλήνη να βρω

Θέλω να περπατήσω
Στα όμορφα τα Βλαχάτα
Των παππούδων τα μέρη
Τα αναμνήσεις γεμάτα.

O KYKLOS MOY


Ο ΚΥΚΛΟΣ ΜΟΥ




Ένα έμβρυο στης μάνας μου τη μήτρα
Και ξεκίνησε ο κύκλος της ζωής μου
Μια στιγμή ηδονής ήταν για κείνη
Κι αρχή της ιστορίας της δικής μου.

Πρώτο σκίρτημα στα σπλάχνα τα δικά της
- το χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη-
και εγέμιζε όσο φούσκων’ η κοιλιά της
με λαδάκι το δικό μου το καντήλι

όταν έφτασε η ώρα μου και βγήκα
πήρε φλόγα το μικρό μου φυτιλάκι
και αντίστροφα μετρώντας κατεβαίνει
μέρα – μέρα στο καντήλι το λαδάκι.

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ


ΣΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ

Αγάπησες το απέραντο γαλάζιο
Το αφρισμένο κύμα το αλμυρό
Το λιόχαρο ξημέρωμα στο Αιγαίο
Και λούστηκες μ’ αθάνατο νερό.

Μούσες σου τα κοχύλια, τ’ αρμυρίκια
Οι άνεμοι, οι θαλασσοσπηλιές,
Τα απλωμένα, του γιαλού τα φύκια
Οι κάμποι, τα τζιτζίκια, οι ελιές.

Οι στίχοι σου ευωδιάζουνε Ελλάδα
Και σπαρταρά το αίμα που κυλά
Στο σώμα του καλοκαιριού όλο φρεσκάδα
Σαν το χαϊδεύει ο ήλιος απαλά.

Του πρωινού τραγούδησες την αύρα
Της ‘Άνοιξης τα κρίνα, τις μυρτιές,
Δάκρυσες με τον ήχο της καμπάνας
Με τ’ άδικου πολέμου τις φωτιές.

Αινίγματα στων βράχων τις σχισμάδες
Αναζητούσες με τ’ αγέρα τις βοές
Έρωτα, έγραφες πα’ στην καυτή την άμμο
Για λυγερές αλαφροπάτητες σκιές.

Με της βροχής τη σιγανή ψιχάλα
Του λεύτερου τ’ ανέμου χαϊδολόι
Αγνάντευες το πελαγίσιο κύμα
Κι αφουγκραζόσουνα γοργόνας μοιρολόι.

Οράματα ανυπότακτα θεριέψαν
Στης φαντασίας σου τον λυρισμό
Οράματα που στο άπειρο οδεύσαν
Κι άγγιξαν τον υπερρεαλισμό
Ο ΦΙΛΟΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΕΣΙΣΚΛΗΣ ΕΣΒΗΣΕ ΧΘΕΣ 10 ΙΟΥΛΙΟΥ 2008
ΑΣ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΕ ΜΟΥ ΕΛΑΦΡΟ ΤΟ ΧΩΜΑΠΟΥ ΘΑ ΣΕ ΣΚΕΠΑΣΕΙ

ΔΕΣΜΩΤΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ



Συνωμοτήσαμε με την σιωπή
Και δέσμιοι της τώρα έχουμε γίνει
Αφήσαμε το λάθος μας κρυφά,
Να καίει τα σωθικά μας σαν καμίνι.

-------------------

ΜΟΙΡΑ ΜΟΥ

Σε ποιο σεντούκι μοίρα μου
Έκρυψες τα προικιά μου,
Και ψάχνω ακόμα να τα βρω Να νιώσω τη χαρά μου;

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΦΙΛΟ ΠΟΙΗΤΗ ΠΕΤΡΟ ΜΕΣΙΣΚΛΗ

ΚΟΙΜΗΤΗΡΙΑ
Βήμα βαρύ με έφερε σ’ αυτήν εδώ την άκρη
Όπου,….Δεν έχει θέση η χαρά Κυρίαρχος το δάκρυ

Μαυροντυμένα σέρνονται Κορμιά απελπισμένα
Γονατιστά προσεύχονται Με χέρια παγωμένα

Κεριά, καντήλια, θυμιατά Τριαντάφυλλα και κρίνα
Με μια φροντίδα περισσή Στολίζουν κάθε μνήμα

Πόνος βουβός, πικρός καημός Κι ένα γιατί στα χείλη
Ένα γιατί ατέρμονο Απ την αυγή ως το δείλι

Δόξα, χρήμα, και όνειρα Θαμμένα μες το χώμα
Νιάτα που δεν γνώρισαν Του ‘έρωτα το χρώμα

Σε μαρμαρένιο πλαίσιο Μικρά, γλυκά αγγελούδια
Σκορπούν το χαμογέλιο τους Μα….είναι νεκρά λουλούδια

Και του γονιού η αγκαλιά Που ναι γλυκιά σαν μέλι
Πλήρης κι αν είναι ημερών ποιος να την χάσει θέλει;

Τον κύκλο ανοίγει της ζωής nΚάθε ψυχή σαν κλάψει
Και θα τον κλείσει κλαίγοντας Αυτός που θα την θάψει
Με μια πλατιά επιγραφή Πάνω σε κάθε μνήμα
ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ ΜΗ ΛΥΣΜΟΝΗΤΕ….

ΖΑΧΟΠΟΥΛΙΑΔΑ



9-2-2008

Η ΖΑΧΟΠΟΥΛΙΑΔΑ


Όλα τα ‘χε Η Ελλάδα, το μόνο που της ‘έλειπε….
Η Ζαχοπουλιάδα.!!!

Πόσο χρόνο σπαταλάς, αχ! Βρε Έλληνα κωθώνι
Για να ακούς χίλιες ψευτιές μπρος σε μια μικρή οθόνη.

Φτάνεις να παραμιλάς και να βρίζεις οργισμένος
Που για άλλη μια φορά νιώθεις πάλι προδομένος.

Φαίνεται πως λησμονάς μες σε μια τετραετία,
Γι αυτό κι επαναλαμβάνεις, την παλιά σου αμαρτία.

Μεγαλώνεις ή γερνάς όμως που μυαλό να βάλεις
Λες! - Κι όμως υπάρχει ελπίδα ενώ μέσα σου αμφιβάλλεις.

Μια σου δίνω συμβουλή, γράφε τους σε DVD
Κι όταν πάς για να ψηφίσεις δες το για να τους μαυρίσεις
Ψεύτες, κλέφτες που περάσαν, κι όλοι τους σε ξεγελάσαν.­­

ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΡΙΜΑ ΑΝ ΔΕΝ.....




ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΡΙΜΑ….

Τα δυό μου μάτια όταν άνοιξα στον κόσμο
Ήταν φαντάζομαι για όλους γύρω μου γιορτή
Γιορτή και άνθιζαν πολύχρωμα λουλούδια
Μια μέρα όλο χαρά ξεχωριστή.
Το γέλιο ή το κλάμα μου ήταν γι αυτούς τραγούδι
Με κοίταζαν με φρόντιζαν, μ’ αγάπη περισσή
Στην αγκαλιά της μάνας μου ήμουν εν’ αγγελούδι
Που την ζωή της έκανε ολόφωτη χρυσή.

Οι αναμνήσεις μου θολές απ τα μικρά μου χρόνια
Ελάχιστα στη μνήμη μου μπορώ τώρα να φέρω
Όμως θυμάμαι έλεγαν με το μυαλό που έχω
Πως στη ζωή μου θα μπορώ , πολλά να καταφέρω.
Και όπως αποδείχτηκε μυαλό περίσσο είχα
Άλλο αν δεν κατάφερα εκείνα τα πολλά
Γιατί η καρδιά μου ήτανε πιο πάνω απ’ το μυαλό μου
Ζούσα με το συναίσθημα και μ’ όνειρα απλά.

Δεν ξέρω αν εστόχευα την δόξα ή το χρήμα
Πως θα μπορούσε να ‘τανε σήμερα η ζωή μου

Όμως δοξάζω τον Θεό γιατί θα ήταν κριμα

αν δεν κρατούσα καθαρη κι ατόφια την ψυχή μου.

EN ONOMATI....

Από μικρό παιδί σε έψαχνα Θεέ μου και πάντα σε έβρισκα κοιτάζοντας τ’ αστέρια , θαυμάζοντας την αρμονία του σύμπαντος , μέσα σε μια γλάστρα βλέποντας από το χώμα και την κοπριά να ξεφυτρώνει ένα καταπράσινο φύλλο και μετά ένα πολύχρωμο λουλούδι, στη φωλιά που με τόση υπομονή έφτιαχνε κάθε Άνοιξη ένα μικρό χελιδόνι, στα ακούραστα μυρμήγκια που με θαυμαστό τρόπο δουλεύοντας συνέχεια έκαναν τις ετοιμασίες τους για το χειμώνα, μα και όταν έφτασε η ώρα να γίνω μητέρα , νιώθοντας εκείνο το μικρό φασολάκι έμβρυο μέσα στα σπλάχνα μου να μεγαλώνει εννέα μήνες μέχρι που άκουσα το πρώτο κλάμα του νέου ολοκληρωμένου ανθρώπου να έρχεται στη ζωή .
Ακόμη σε έβρισκα μέσα στις λέξεις , ένστικτο, συνείδηση, λύπη, χαρά, αγάπη , σκέψη….Δεν μου χρειάστηκε ποτέ να σου δώσω ένα όνομα , να σε πω Αλλάχ , Βούδα, Ιεχωβά, πάντα ένιωθα ότι είσαι ο πατέρας όλων των ανθρώπων, λευκών , μαύρων, κίτρινων , φτωχών , πλουσίων, δυνατών και αδυνάτων. Απορούσα δε γιατί ‘εν ονόματι σου’ η ιστορία έχει γραφτεί με τις πιο αιματοβαμμένες σελίδες. Απορούσα ακόμη γιατί πάντα σ’ ένα πόλεμο κάποιος εκπρόσωπος σου ευλογούσε τα όπλα να νικηθεί ο ‘ εχθρός’ και βέβαια κάποιος άλλος εκπρόσωπος του ‘εχθρού’ έκανε το ίδιο για λογαριασμό του. Απλές σκέψεις απλού ανθρώπου θα μου πείτε μα βλέποντας σήμερα τους μεγάλους και τους δυνατούς αυτής της γης να είναι έτοιμοι να της καταστρέψουν στο όνομα του Θεού, του Αλλάχ, ή όπως αλλιώς θέλουν να τον λένε , νιώθω πως οι απλές μου σκέψεις χρειάζονται περισσότερο μυαλό για να γίνουν από αυτό που διαθέτουν οι κυβερνώντες τη γη και που τα συμφέροντα ,τους έχουν βάλει παρωπίδες και σκορπούν τον όλεθρο και την καταστροφή σε χιλιάδες αθώες ψυχές.

ΣΤΟ ΓΙΟ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ (ΝΙΚΟ ΚΑΚΛΑΜΑΝΑΚΗ)

ΣΤΟΝ ΓΙΟ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ

Η ΠΕΡΗΦΆΝΙΑ ΦΟΎΣΚΩΣΕ ΒΑΘΙΆ ΜΈΣΑ ΣΤΑ ΣΤΉΘΙΑ
ΓΙΑ ΣΈΝΑ ΠΑΛΛΙΚΆΡΙ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΓΙΕ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ
ΠΟΥ ΑΝΤΡΙΩΜΕΝΑ ΠΑΛΕΨΕΣ ΜΕ ΤΟΝ ΑΣΚΟ ΤΟΥ ΑΙΟΛΟΥ

ΣΑΝ ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΟΥ ΠΑΤΗΣΕ ΤΟ ΘΙΑΚΙ
ΒΓΉΚΕΣ ΣΤΙΣ ΚΡΗΤΗΣ ΤΙΣ ΑΚΤΕΣ
ΛΕΒΕΝΤΗ, ΗΡΩΑ, ΕΛΛΗΝΑ,
ΝΙΚΟ ΚΑΚΛΑΜΑΝΑΚΗ

ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΟΞΑ…..



Καβαλάρη του πιο όμορφου ονείρου
Πιλαλώντας στη δόξα τραβάς
Ατενίζεις το βάθος του απείρου
Σε μια ρότα που εσύ κυβερνάς

Μεθυσμένα τραβάς χαλινάρι
Κουρνιαχτό πίσω,σκόνη, βοή
Έναν ήλιο σωστό κεχριμπάρι
Θέλεις να φτάσεις με μια πνοή

Οι μεγάλες μορφές σε μαγεύουν
Να αγγίξεις ζητάς την κορφή
Διεξόδους οι σκέψεις γυρεύουν
Και μια ελπίδα που μένει κρυφή


Καβαλάρη του πιο όμορφου ονείρου
Τράβα όπου ο νους σε καλεί
Αν τ αξίζεις το νήμα θα κόψεις
Στο ψηλότερο θ ανέβεις σκαλί.

ΕΛΠΙΔΑ




ΕΥΤΥΧΙΑ


Ευτυχία! Τι γλυκός ήχος όταν την προφέρουν τα χείλη.
Επτά καλοσχηματισμένα γράμματα σου δίνουν την αίσθηση
πως βουλιάζεις μέσα σε λευκά σύννεφα ονείρου,
χαράς, ηρεμίας και γαλήνης.
Ένα χαμόγελο αμυδρό απλώνεται στο πρόσωπό
και κάνει τα χαρακτηριστικά του
να γλυκαίνουν απαλά.

Ευτυχία! Έχει τη δύναμη και το χάρισμα να μπορεί
να ακουμπά όλες σου τις αισθήσεις.
Όταν την γευθείς μοιάζει με καντιοζάχαρο
Όταν την αγγίξεις με αφράτο λευκό χιόνι.
Όταν την μυρίσεις με απαλό μεθυστικό άρωμα.
Όταν την ακούσεις
μια μελωδία από γλυκόλαλη καμπάνα.
Κι όταν την δεις να έρχεται δύο δυνατά φτερά θαρρείς
πως βάζεις στους ώμους σου και είσαι έτοιμος να πετάξεις
και να αγκαλιάσεις το όνειρο, να σεργιανίσεις στον μαγεμένο
κόσμο των παραμυθιών.

Ευτυχία! Αέρινη φιγούρα που δεν έχει ηλικία.
Ενσωματώνεται με την ψυχή
Άλλοτε μένει για λίγο,
άλλοτε για πολύ,
όμως πάντα μα πάντα σαν ένας περαστικός επισκέπτης
που ίσως κάποτε ξαναγυρίσει.
Κι εσύ περιμένεις και ελπίζεις
με ανοιχτή την πόρτα της ψυχής σου
κοιτάζοντας πέρα στον ορίζοντα μήπως φανεί ξανά!....

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΔΥΝΑΜΗ...


ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΔΥΝΑΜΗ
ΑΠΟ ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ


Το βλέμμα σήκωσα ψηλά στον ουρανό
Τ’ αστέρια θέλησα – ω! τι μωρία – να μετρήσω
Κουράστηκα σαν έφτασα σε κάποιον αριθμό
Κι είπα « τo φωτεινότερο για μένα θα κρατήσω»


Να το κοιτώ τις ξαστεριές και να μιλώ μαζί του
Να ακουμπήσω επάνω του όλα τα όνειρά μου
Απ’ τ’ ασημένιο του το φως την λάμψη να αντλήσω
Και να την ρίξω βάλσαμο μέσα στα σωθικά μου


Σ’ αυτά που μου ματώσανε του κόσμου οι αδικίες
Σαν βγήκα της ζωής να κάνω το σεργιάνι
Σ’ αυτά που από τη φύση τους δεν χώραγαν κακίες
Και της ελπίδας μοναχά κρατούσα το στεφάνι


Τώρα θα σ’ έχω συντροφιά αγαπημένο αστέρι
Θα ‘σαι η ασπίδα, το σπαθί στα χέρια τα δικά μου
Τα βέλη που θα έρχονται, πίσω θ’ αντιγυρίζω
Κι ατσάλινο το θώρακα θα φτιάξω της καρδιάς μου.

Μετανάστευση μια ιστορία σε επαναληψη....


ΣΤΟΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ



Μες το δισάκι σου έβαλες όνειρα φαντασίας
Στην ξένη γη λογίστηκες ψωμί γλυκό ίσως φας
Χαιρέτησες τη μάνα σου, τ’ αδέρφια, με θυσία
Δύσκολο δρόμο μακρινό της ξενιτιάς τραβάς.


Τα ροζιασμένα χέρια σου, κοιτάζεις και δακρύζεις,
Το χώμα έσκαψες μ’ αυτά της πατρικής σου γης
Όμως ο κόπος άδικος. Τώρα πρέπει να φύγεις,
Απ’ της μιζέριας τα δεινά, δυναμικά να βγεις.

Μυρίζεις τ’ ανθογιάσεμα, θυμάρι, χαμομήλι,
Θε να ρουφήξεις μυρωδιές για να μην τις ξεχάσεις
Και σε κρατήσει η ξενιτιά στα πλάνα της τα χείλη
Και τη ζωή σου μακριά απ’ την πατρίδα χάσεις.


Πικρή χαρά τα σπλάχνα σου γεμίζουν περπατώντας
Και η ανάσα σου βαριά καθώς κατηφορίζεις
Τον δρόμο που μεγάλωσες, παίζοντας, τραγουδώντας
Κι ένα πικρό χαμόγελο άθελα του χαρίζεις


Υπόσχεση στη μάνα σου έδωσες « θα γυρίσω
Με το δισάκι μάνα μου, γεμάτο με χρυσάφι,
Εδώ μπροστά στα πόδια σου, θα ‘ρθώ και θα τ΄αφήσω,
Το ριζικό μου πλούσιος θε να γενώ μου γράφει».


Λόγια για να γλυκάνουνε της μάνας την αντάρα
Που φεύγει ο λεβέντης της τώρα μακριά στα ξένα
Λόγια για να σκεπάσουνε την κάθε σου λαχτάρα
Για τ’ άγνωστο που ξεπηδά και περιμένει εσένα.


Μισεύεις, μα ένα όνειρο έχεις, το παλινόστος
Κι ας ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να το πιστέψεις
Μια χούφτα χώμα Ελληνικό κλείνεις μες την παλάμη
 Ρίζες να βγάλει η ελπίδα σου αυτή που θα φυτέψεις.

ΜΑΝΑ ΜΟΥ



ΜΑΝΑ ΜΟΥ

Εψές το βράδυ μάνα μου σε είδα στ ‘όνειρό μου
Ήρθες και μου ενθύμησες το περασμένο βιός μου…

Σαν ήμουνα μικρό παιδί το χέρι μου κρατούσες
Και με αγάπη περισσή στα μάτια με κοιτούσες
Με γλυκονανουρίσματα με κοίμιζες στην κούνια,
Και γέλαγες από καρδιάς σαν το δικό σου φόραγα
κραγιόν και τα τακούνια

Αχ! Να σου μοιάσω ήθελα κι ένοιωθα περηφάνια
Φτερά είχα στους ώμους μου, πετούσα στα ουράνια,
Όταν οι φίλες μου, έλεγαν «τι όμορφη η μαμά σου!!!»
σαν στο σχολειό με πήγαινες
Με το δροσάτο γέλιο σου και την περπατησιά σου,
που ‘ χε αρχοντιά και δίπλα σου βάδιζα με καμάρι.
«είσαι δικιά μου σου ‘λεγα, κανείς δεν θα σε πάρει!!!»

Μεγάλωνα και ήξερες όλα τα μυστικά μου
Στης εφηβείας τα σκαλιά,
εσύ ήσουν πάντα πλάι μου, γλυκιά παρηγοριά μου.
Ο έρωτας σαν σκίρτησε μες τις καρδιάς τα φύλλα
Δάκρυσες κι ένοιωσες κι εσύ, μαζί μου ανατριχίλα.
« ήρθε ο καιρός μικρούλα μου, μου είπες κάποια μέρα,
Μέσα στο στίβο της ζωής να μπεις και να παλέψεις,
τώρα κι εσύ όπως όλοι μας τις δάφνες σου να δρέψεις…»
Κάθε δικιά σου συμβουλή την έβλεπα μπροστά μου
Και να στεγνώσεις έτρεχα σε σέ τα δάκρυά μου

Τώρα, μάνα μου σ’ έχασα, πονάω, μα αντέχωΠαρηγοριά, που έστω μπορώ, στα όνειρα να σ’ έχω