Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2019

ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΞΑΧΝΑ ΚΑΤΙ ΧΡΟΝΙΑ του Ιωάννη Καρασούτσα Ποιητή (στην καθαρεύουσα) και μεταφραστή που έζησε στις χρονολογίες 1824 – 1873.

Ο Θεός τον θάνατον λυτρωτήν των πόνων
επεπψεν εις άρρωστον άνδρα γεωπόνον.
Να τώ δώσει άνεσιν των δεινών και κόπων
καί εις αναπαύσεως να τον φέρει τόπον.
Έφθασεν ο θάνατος επί της καλύβης
τού φτωχού και κάθισεν ως η όρνις ήβις.
Στεναγμοί ηκούοντο, οιμωγαί και θρήνοι,
όλη κατεσίετο η στέγη η καλαμίνη.
Πέντε-έξι ανήλικα κι από μητέρα ορφανά
έκλαιον τον θνήσκοντα πατέρα γοερά.
Φεύγεις πάτερ έκραζον κύκλωθεν της κλίνης
καί ημάς τα έρημα άχ! πού μάς αφήνεις;
Ήκουσεν ο θάνατος και τα ελυπήθη
οικτιρμόν ησθάνθησαν τ’ άπονά του στήθη.
Απρακτος επέστρεψεν εις τον Κύριόν του
καί εν αυτώ φοβούμενος τον φρικτόν θυμόν του
άφωνος εις τ’ ουρανού ίστατο τάς θύρας.
Διατί ω θάνατε με κενάς τάς χείρας;
Δία τα παντέρημα τις θα προνοήσει
όταν και ο μόνος των βοηθός τ’ αφήσει;
Τρέξε, είπε ο Αναρχος, τρέξε ν’ αποσπάσεις
λίθον από τ’ άμετρα βάθη της θαλάσσης.
Με φόβο και υπακοή, με πίστη χαλυβδίνη
ως βολίς ο θάνατος πίπτει μολυβδίνη.
Και εις τα ουράνια μετά τάχους ίσου
φέρει τον ζητούμενον λίθον της αβύσσου.
Θραύσε τόν! Τεμάχια δύο λαμβάνει,
τά συντρίβει κι ένδον των σκώληξ ζών εφάνη.
Τις εις τα ανήλια βάθη αποκρίσου
συντηρεί τον σκώληκα τούτον της αβύσσου;
Τις εμού ω βέβηλε κάλλιον γνωρίζει
ή ζωήν ή θάνατον πότε να χαρίζει;
Ήστραψε και βρόντησε, τον κατακωφαίνει
καί βωβός ο θάνατος από τότε μένει!
Μάταια τα ώτα του ο κλαυθμός μάς κρούει,
δέν ακούει δέησιν, θρήνους δεν ακούει!

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...


Ο Θεός τον Θάνατον λυτρωτήν των πόνων,
Έπεμψεν εις άρρωστον άνδρα γεωπόνον,
Να τω δώση άνεσιν των δεινών και κόπων
Και εις αναπαύσεως να τον φέρει τόπον.
Έφθασεν ο Θάνατος κ’ επί της καλύβης
Του πτωχού, εκάθισεν ως η όρνις ίβις.
Στεναγμοί ηκούοντο, οιμωγαί και θρήνοι,
Όλη κατεσείετο στέγ’ η καλαμίνη.
Πέντε εξ ανήλικα, και από μητέρα
Ορφανά, τον θνήσκοντα έκλαιον πατέρα.
«Θνήσκεις, πάτερ,» έκραζον κύκλωθεν της κλίνης,
«Και ημάς τα έρημα, αχ! Πού μας αφήνεις;»
Ήκουσεν ο Θάνατος και τα ελυπήθη,
Οικτιρμόν ησθάνθησαν τ’ άπονά του στήθη.
Άπρακτος επέστρεψεν εις τον κύριό του,
Κ’ ενταυτώ φοβούμενος τον φρικτόν θυμόν του.
Άφωνος εις τ’ουρανού ίσταται τας θύρας.
-Διατί, ώ Θάνατε, με κενάς τας χείρας;
-Δια τα παντέρημα τις θα προνοήσει
Όταν και ο μόνος των βοηθός τ’ αφήσει;
-Τρέξ!, είπ’ ο Άναρχος, τρέξε ν’ αποσπάσης
Λίθον απ’ τα άμετρα βάθη της θαλάσσης.
Είπε, κ’ εις την θάλασσαν δίχως να βραδύνη,
Ως βολίς ο Θάνατος πίπτει μολυβδίνη.
Και εις τα ουράνια μετά τάχους ίσου
Φέρει τον ζητούμενον λίθον της αβύσσου.
-Θραύσε τον! Εις δάκτυλα δύο τον λαμβάνει,
Τον συντρίβει κ’ ενδόν του σκώληξ ζων εφάνη.
Τότε ο Πανάγιος έκραξεν οργίλως
Και ο θόλος έτρεμε τ’ ουρανού ο κοίλος.
-Τις εις τα ανήλια βάθη, αποκρίσου,
Συντηρεί τον σκώληκα τούτον της αβύσσου;
-Τις εμού δι’ άπαντα προνοεί τα όντα;
-Τις γινώσκει μέλλοντα, πρότερα, παρόντα;
-Τις εμού, ω κάθαρμα! κάλλιον γνωρίζει
Ή ζωήν ή θάνατον πότε να χαρίζη;
Κ’ ενταυτώ το σκήπτρον του αιρ’ η δεξιά του,
Διδ’ εις το μετάφρενον μίαν του Θανάτου.
Ήστραψε κ’ εβρόντησε, τον κατακωφαίνει,
Και κωφός ο Θάνατος από τότε μένει.
Μάταια τα ώτα του ο κλαυθμός μας κρούει,
Δεν ακούει δέησιν, θρήνους δεν ακούει.













Κωνσταντίνος Μελίδης είπε...

Πολύ ορθότερη η παρουσίαση του ποιήματος από τον/την 'ανώνυμον', και με επουσιώδη μικρολαθάκια. Λείπουν, όμως, δύο στίχοι από την έναρξη της συνομιλίας Θεού - θανάτου. Δηλαδή, μετά το ερώτημα
-Διατί, ω θάνατε, με κενάς τας χείρας;
μεσολαβούν οι στίχοι
Είπεν εκ του θρόνου του ο Θεός. Κι εκείνος,
-Μ' έκαμψαν τα δάκρυα των μικρών, και ο θρήνος.
Δια τα παντέρημα... κλπ.