ΟΤΑΝ Η ΦΤΩΧΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ (αφήγημα βιογραφικό)


ΟΤΑΝ Η ΦΤΩΧΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ

Της Ντόρας Μανατάκη

Η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ Ο ΠΛΟΥΤΟΣ
Οι αναμνήσεις είναι η μεγάλη μου αδυναμία, μου αρέσει να τις αναμοχλεύω και να τις ζω πάλι από την αρχή σαν παραμύθι.
            Σήμερα ξέθαψα την φτώχια που συνάντησε τον πλούτο κάπου στην δεκαετία του 50-60.
            Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πειραιά στα στενά του Πασαλιμανιού, Προμηθέα, Ευαγγελίστρια, προφήτη Ηλία, Καστέλα. Εκεί έζησα τα παιδικά μου χρόνια, εκεί ένιωσα τα πρώτα ερωτικά χτυποκάρδια.
            Το σπίτι μου ένα παλιό διώροφο με χαγιάτι και μια μεγάλη αυλή στρωμένη με πλάκες  σε ακανόνιστο σχήμα, όλα τα γύρω σπίτια ήταν χαμηλά  με παράθυρα στον δρόμο, ένα ξεχώριζε μόνο τριώροφο με μπαλκόνι και θυμάμαι την ιδιοκτήτριά του για να την ξεχωρίζουν την έλεγαν «η μπαλκονού» 
            Ο δρόμος μου, μου φαινόταν φαρδύς και μεγάλος, το πεζοδρόμια τεράστιο. Πάνω σ αυτό ζωγραφίζαμε με κιμωλία έξι τετράγωνα και παίζαμε κουτσό ή ή σχεδιάζαμε κύκλους σε σχήμα σαλιγκαριού και με τα καπάκια από τις λεμονάδες παίζαμε «σαλίγκαρο».

            Αυτοκίνητα δεν περνούσαν από κει σχεδόν ποτέ, ήταν τόσο κακοτράχαλος ο χωματόδρομος που κανένας οδηγός δεν  το τολμούσε. Μόνο η σούστα με τον γάιδαρο του μανάβη ή του παγοπώλη ερχόταν κάθε πρωί και έβγαιναν οι γειτόνισσες να ψωνίσουν φρέσκα λαχανικά και να που και την καλημέρα τους η μια στην άλλη. Έτσι λοιπόν αυτός ο δρόμος ήταν όλος δικός μας για παιχνίδι. Μήλα, κυνηγητό, ξυλίκι, κλέφτες κι αστυνόμους, τι να πρωτοθυμηθώ. Εμένα μου άρεσε να παίζω με τα γυαλένια. (σκάβαμε λακκουβάκια στις άκρες ενός νοητού τετραγώνου και ένα μεγαλύτερο στο κέντρο, από το κεντρικό προσπαθούσαμε με τον αντίχειρα μας να πετάξουμε το γυαλένια στα άλλα τέσσερα εναλλάξ το παιχνίδι αυτό το λέγαμε «καπετάνιο» ) Σήμερα  δεν υπάρχουν χωματόδρομοι και μοιραία αυτό το παιχνίδι έχει χαθεί…
            Το παλιό διώροφο της οδού Βούλγαρη λοιπόν είχε μια βαριά ξύλινη πόρτα με δυο παράθυρα στα πλάγια, που κάποτε πίσω από την σκαλιστή σιδεριά τους να υπήρχαν τζάμια . ένα μπρούτζινο χεράκι ήταν το κουδούνι και ένα τεράστια κλειδί μαυριδερό, κλείδωνε και ξεκλείδωνε την κλειδαριά που την λαδώναμε για να μην σκουριάζει. Στο πλάι της πόρτας ένα σίδερο σε τετράγωνο σχήμα ήταν φυτεμένο στο πεζοδρόμιο για να σκουπίζουμε τα παπούτσια μας από τις λάσπες.
            Ας ανοίξουμε την πόρτα λοιπόν κι ας περάσουμε στο εσωτερικό του σπιτιού. Μπαίνοντας στην αυλή δεξιά υπήρχε μια ξύλινη σκάλα και θυμάμαι ότι κάθε της σκαλοπάτι έτριζε. κάτω από την σκάλα  σχηματιζόταν μια μικρή εσοχή εκεί ήταν το μικρό μας θέατρο μαζεύαμε τα παιδιά της γειτονιάς και δίναμε παραστάσεις καραγκιόζη, βαφτίζαμε τις κούκλες μας ή παίζαμε το έργο που είχαμε δει στον  κινηματογράφο  της γειτονιάς  την Κυριακή (στο μικρό αγαπημένο ΣΙΝΕΝΙΟΥΣ στην ανηφόρα του προφήτη Ηλία . μπαίναμε το μεσημέρι στις 2 και βγαίναμε στις 8 όλη η μαρίδα της γειτονιά).
            Θυμάμαι οι πλάκες της αυλής είχαν στις άκρες τους χορταράκι από την υγρασία… πόσο πολύ μου άρεσε το πράσινο χρώμα που έσπαγε την μονοτονία του ασβεστωμένου τοίχου. Προχωρώντας κατέβαινες δυο σκαλοπάτια, δεύτερη αυλή ,  δεξιά ήταν το πλυσταριό και η αποθήκη, αυτοί οι δυο σκοτεινοί χώροι με φόβιζαν πάντα ποτέ δεν πλησίαζα μόνη μου το βράδυ νόμιζα ότι θα βγουν από μέσα όλα τα τέρατα των παραμυθιών…. Στο βάθος άλλη μια σκάλα σιδερένια στριφογυριστή που πήγαινε στην ταράτσα, τα παιδιά δεν την πλησιάζαμε η μητέρα μου έλεγε πως ήταν επικίνδυνη.
            Σ την δεύτερη αυλή γινόταν ή μπουγάδα και το άπλωμα των ρούχων στην σκάφη, υπήρχε και ένα μεγάλο βαρέλι που ζέσταιναν το νερό,  (το καλοκαίρι το βάζαμε στον ήλιο και βουτάγαμε μέσα για να δροσιστούμε) σε μια γωνιά ήταν και η τουαλέτα, ο καμπινές όπως τον έλεγαν, κοινόχρηστος με την γειτόνισσα που έμενε στο ισόγειο, άλλωστε μια οικογένεια σχεδόν είμαστε, τότε οι σχέσεις με τους γείτονες ήταν διαφορετική, οι άνθρωποι της φτώχιας μοιράζονταν τα πάντα ακόμα και το ταψί για μαγείρεμα… «δώσε μου λίγο ζάχαρη, λίγο αλάτι, λίγο λάδι» ήταν  κάτι συνηθισμένο ακόμα επίσης ότι και εμείς τα παιδιά κάναμε όλα τα θελήματα της γειτονιάς.
            Το χαγιάτι του σπιτιού μας  ήταν στρωμένο με φύλλα μουσαμά καθώς και όλο το σπίτι για να μπορεί η μητέρα  μου να το σφουγγαρίζει χωρίς κόπο. Της άρεσαν τα όμορφα πράγματα και μπορώ να πω ότι εκείνο το παλιό σπίτι του ενοικιοστασίου το είχε σαν κουκλίτσα στολισμένο με ωραίες κουρτίνες, καλύμματα στο σαλόνι και πάντα λουλούδια στο βάζο. ‘Ήταν μόνιμη πελάτισσα της λουλουδούς που περνούσε κάθε Κυριακή  με το πανέρι στο κεφάλι πρωί-  πρωί από την γειτονιά. Θα κάνω μια μικρή αναφορά και στους άλλους πλανόδιους πραματευτάδες , ακόμα αντηχούν  στα αυτιά μου η  φωνή του παγωτατζή με το ποδήλατο,  του ψαρά με το πανέρι στο κεφάλι, του παγοπώλη που έφερνε την κολώνα  τον πάγο, του παπλωματά με κείνο το περίεργο εργαλείο που τίναζε το μπαμπάκι, του τροχατζή που ακόνιζε τα μαχαίρια και τα ψαλίδια και κάποιοι άλλοι που ίσως να μην τους θυμάμαι…
            Αυτή είναι η εικόνα της φτωχογειτονιάς μου, τότε που όλοι προσπαθούσαν να ορθοποδήσουν μετά την κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο. Τα αγαθά άρχισαν να έρχονται λίγο-  λίγο. Έφυγε η γκαζιέρα ήρθε το πετρογκάζ,, έφυγε το μαγκάλι ήρθε η  σόμπα, έφυγε το ψυγείο του πάγου ήρθε το ηλεκτρικό ψυγείο. Θυμάμαι όταν πήραμε ηλεκτρικό ψυγείο ( ήταν ένα κίτρινο καναρινί χρώμα μάρκα ΠΙΤΣΟΣ) παρέλασε όλη η γειτονιά να το δει, και αυτό που έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν τα παγάκια που έφτιαχνε μόνο του. Κατόπιν ήρθε το ΚΛΙΝ  για τα πιάτα και το TIDE για τα ρούχα, γλύτωσε η μάνα το τρίψιμο με το πράσινο σαπούνι της φαινόταν τόσο καλό που κάποιες φορές μας έλουζε και με αυτό, αργότερα ήρθε και το σαμπουάν ΤΑΜΟ, αν θυμάμαι καλά. Την επανάσταση όμως την έκανε το χαρτί τουαλέτας, πάει η εφημερίδα που μόλις την διάβαζε ο πατέρας, μετά έπρεπε να κοπεί σε τετράγωνα κομμάτια μα κρεμαστεί στο τσιγκελάκι και να πάρει την θέση της δίπλα  στην λεκάνη της τουαλέτας… ακόμα θυμάμαι ότι στα υπνοδωμάτια ,μιας και την νυχτερινή σου ανάγκη έπρεπε να την κάνεις έξω από το σπίτι, υπήρχε το γκιο –γκιο .
            Την δεκαετία του 60 άρχισε η ανοικοδόμηση, τα παλιά σπίτια γίνονταν πολυκατοικίες οπότε μοιραία  το σπίτι μας έπρεπε να το γκρεμίσουν, η αλλαγή ήταν χαρά και λύπη, χαμόγελο και δάκρυ…. ‘άλλη γειτονιά, άλλοι φίλοι, άλλο σχολείο, άλλες συνήθειες. Στο διαμέρισμα πια καταργήθηκε το μαρτύριο του κουβά στην τουαλέτα υπήρχε καζανάκι με μια μακριά αλυσίδα μιας και η τοποθέτησή του γινόταν στο πατάρι. Η σκάφη παραχώρησε την θέση της στην μπανιέρα, το κατσαρολάκι στο τηλέφωνο του ντους. Το μπάνιο έγινε καθημερινή μας ευχαρίστηση ενώ ήταν η ταλαιπωρία του σαββατόβραδου ή της Κυριακής. Καλωσορίσαμε το πλυντήριο, την ηλεκτρική κουζίνα, την ξυλόσομπα τον χειμώνα , διαδέχτηκε το καλοριφέρ, δεν χρειαζόταν πια η θερμοφόρα κάτω από το πάπλωμα για να ζεστάνεις τα παγωμένα πόδια σου, την αυτοσχέδια βεντάλια που φτιάχναμε με εφημερίδες το καλοκαίρι, αντικατέστησε ο ανεμιστήρας. Είχαμε μπει πια στον δρόμο της προόδου και του καταναλωτισμού.
            Στην θέση του παλιού μου σπιτιού φύτρωσε μια πολυκατοικία,  και στου διπλανού και στου απέναντι, ο δρόμος της γειτονιάς  μίκρυνε, τώρα νομίζεις ότι είναι ο πάτος ενός πηγαδιού με παρκαρισμένα αυτοκίνητα δεξιά κι αριστερά, τώρα οι ακτίνες του ήλιου δεν φτάνουν στα μπαλκόνια, τα παιδιά δεν βγαίνουν στο δρόμο για παιχνίδι, παίζουν μόνα τους πίσω από τα κάγκελα των μπαλκονιών…..

                                        ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ


Το πατρικό το σπίτι μου νοστάλγησα να δω
Με την ψηλή την όμορφη πράσινη ακακία
Ξεκίνησα αργά- αργά και πήρα το στρατί
Μα άντ’ αυτού αντίκρισα μια πολυκατοικία

Ένα στενόμακρο κουτί φτιαγμένο από μπετόν
Καγκελωτά μικρά στενά άχαρα μπαλκονάκια
Που πίσω του σαν να ‘τανε μέσα σε φυλακή
Με κοίταζαν δύο όμορφα, δύο παιδικά ματάκια
Πριν κάποια χρόνια σε αυτή την ίδια γειτονιά
Έζησα εγώ σαν να ‘μουνα ελεύθερο πουλάκι
Μα συ μικρό μου χωρίς καν να νιώθεις τώρα ζεις 
Φυλακισμένο δυστυχώς μες σε χρυσό κλουβάκι

Εμένα τα παιχνίδια μου με χώμα και νερό
Σκάβαμε με τους φίλους μου φτιάχναμε λακουβάκια
Κυλιόμαστε και τρέχαμε σαν παίζαμε κρυφτό
Στις γύρω αλάνες ,στις αυλές, στα πίσω τα σοκάκια

Εσένα τα παιχνίδια σου πολλά και ζηλευτά
Μπορεί να είναι ακριβά μα δεν θα καταφέρουν
Να σου γεμίσουν το κενό της μοναξιάς που ζεις
Αυτής που εγώ δεν έζησα, μ’ όσα κι αν σου προσφέρουν

            Με πόση νοσταλγία θυμάμαι την αρχή κάθε σχολικής χρονιάς. Πηγαίναμε στο βιβλιοπωλείο για να ψωνίσουμε τα σχολικά μας είδη βιβλία, τετράδια , μπλε κόλλα για να τα ντύσουμε, μολύβια, γόμα, ξύστρα, ξυλομπογιές και μια κασετίνα. Καινούργια σχολική ποδιά με άσπρο κολλαριστό γιακά και άσπρα σοσόνια. Σχολική τσάντα δεν παίρναμε κάθε χρόνο, ήταν ακριβή και έτσι περνούσαμε με την ίδια δύο τρία χρόνια κι αν ήταν γερή πήγαινε στο μικρότερο αδερφάκι όπως άλλωστε και τα ρούχα που δεν μας έκαναν πια.
            Τα Χριστούγεννα τα περιμέναμε με ξεχωριστή χαρά, θα μας αγόραζαν καινούργια παπούτσια  πάντα λουστρίνια, παλτό, και βέβαια το δώρο μας, ένα παιχνίδι, μια μπάλα, μια κούκλα κοκάλινη  χωρίς μαλλιά και γυμνή. Εμείς της ράβαμε τα ρούχα της από τα κουρελάκια της μοδίστρας που μας φύλαγε η μαμά. Αχ! Αυτές οι πρόβες στη μοδίστρα , ο χειρότερος μου εχθρός , να στέκομαι πάνω σε μια καρέκλα σαν την κούκλα και να με γεμίζουν καρφίτσες…. Θυμάμαι από εκνευρισμό  με έπιανε φαγούρα στη μύτη…. Το έτοιμο ρούχο ακόμα δεν είχε κάνει την εμφάνισή του στις βιτρίνες και αν υπήρχε ήταν ακριβό (μάλλον για τα πλουσιόπαιδα).
            Οι αγορές του Πάσχα πάλι είχαν μια ξεχωριστή μαγεία, το λουστρίνι  το διαδεχόταν το άσπρο πεδιλάκι ένα νούμερο πάντα μεγαλύτερο γιατί θα το φορούσαμε όλο το καλοκαίρι  και το πόδι μεγάλωνε γρήγορα, το παλτό έδινε την θέση του στο μαντώ από πιο λεπτό ύφασμα για τις ανοιξιάτικες ψυχρούλες… το Πάσχα το αγαπούσα ιδιαίτερα γιατί όλες τις ημέρες που δεν είχαμε σχολείο της περνούσα στο σπίτι της γιαγιάς μου μαζί της ζύμωνα τα κουλουράκια, τα τσουρέκια, βάφαμε τα κόκκινα αυγά και με τα παιδιά της γειτονιάς πηγαινοφέρναμε τις λαμαρίνες στον φούρνο, μοσχομύριζαν οι γειτονιές  βανίλια, πορτοκάλι, μαστίχα και μαχλέπι πώς να ξεχαστούν αυτές οι υπέροχες μοσχοβολιές…. Σήμερα κανένα παιδί δεν εντυπωσιάζεται πια, προτιμάει κρουασάν με σοκολάτα πραλίνα αντί για τσουρέκι και μπισκότα γεμιστά αντί για τα σμυρναίικα κουλουράκια της  γιαγιάς.
            Οι εποχές άλλαξαν….(μπορεί να είμαι νοσταλγός μιας παλιάς εποχής και να μου φέρνουν γλυκές αναμνήσεις , ίσως γιατί ήμουνα παιδί αλλά δεν θα ήθελα να ξαναζούσα  το τότε.)
Φέρνω στην μνήμη μου το τηλέφωνο του μπακάλη που σε φώναζε όταν υπήρχε ανάγκη, σιγά - σιγά  μπήκε σε όλων τα σπίτια , μετά ήρθε το κινητό απαραίτητο « αξεσουάρ» δεν υπάρχει τσάντα ή τσέπη χωρίς κινητό, ήρθε το οικογενειακό αυτοκίνητο, μετά το ατομικό όλοι από ένα, κι αυτό απαραίτητο. Αργότερα το εξοχικό, ένα σπιτάκι για της καλοκαιρινές μας διακοπές  το σπιτάκι το αυθαίρετο έγινε βιλίτσα.  Η βαρκούλα κότερο ή ταχύπλοο. Το βιοτικό μας επίπεδο άρχισε να ανεβαίνει οι συνήθειες άλλαξαν το καφενείο  έγινε καφετέρια , τα κεντράκια και οι ταβερνούλες, κέντρα πολυτελείας και μπαράκια, το κρασάκι, ουίσκι, το ραδιόφωνο που κόλαγες τα αυτί σου επάνω για να ακούσεις, στερεοφωνικό με δυνατά ηχεία, μπήκε στη ζωή μας η τηλεόραση, είδαμε πως ζει ο αμερικάνος, ο ευρωπαίος, πως ντύνεται , τι ακούει, τι χορεύει , τα κουρεία, κομμωτήρια ανδρών, τα μπακάλικα γίναν σουπερ μάρκετ, ο φούρνος ζαχαροπλαστείο, τα γλυκά κουταλιού, το χαλβαδάκι της μαμάς γίναν  τούρτες, τιραμισού, προφιτερόλ….
ΝΟΣΤΑΛΓΩ…

Βρε ζωή, τώρα μου φαίνεσαι πιο άχαρη
Νοσταλγώ βρεμένη φέτα κι από πάνω ζάχαρη
Απ το μαύρο που ήταν τότε του φτωχού ψωμί
Κι είχε μιάμιση δραχμούλα το κιλό τιμή.

Νοσταλγώ μιας Κυριακής πρωί, λιακάδα
Μεσημέρι ησυχία, ύπνο στρωματσάδα.
Νοσταλγώ φωνές παιδιών στους δρόμους
Όπως τότε που ‘παιζαν κλέφτες κι αστυνόμους

Τότε που περίσσες φαίνονταν οι ώρες
Που με ξύλινα πατίνια βουρρρ!!! Στις κατηφόρες
Τότε που η φτώχεια μας ήταν αλυσίδα
Κι έκρυβαν τα όνειρα πάντοτε ελπίδα

Νοσταλγώ της μάνας μου την ζεστή αγκαλιά
Παραμύθια όμορφα  που λεγ’ η γιαγιά
Και που τα παιδιά μας δύσκολα τα έχουν
Όχι πως δεν τ’ αγαπούν μα οι ώρες… τρέχουν.
Και ο χρόνος σήμερα βλέπεις είναι χρήμα
Κι αν κυλήσει άσκοπα, ίσως να ‘ναι κρίμα.!


            Τα αγόρια της εποχής μου από τα 14 τους χρόνια πήγαιναν παραγιοί και μάθαιναν μια τέχνη κοντά στο αφεντικό, οι γιατροί, οι δικηγόροι ήταν λίγοι, (σήμερα μετριούνται στα δάχτυλα οι ηλεκτρολόγοι, οι υδραυλικοί, οι ξυλουργοί. ) Παντρεύονταν νωρίς, έκαναν δική τους οικογένεια στα 23-24 τους χρόνια. Τώρα σπουδάζουν παίρνουν πτυχία διπλά, φτάνουν 30 χρονών  και είναι άνεργοι περιμένουν χαρτζιλίκι από τον μπαμπά , μιλούν ξένες γλώσσες και νιώθουν απογοητευμένοι.
Το χρήμα και η πρόοδος άλλαξαν την ζωή μας έχουμε σχεδόν τα πάντα και ότι επιθυμούμε μπορούμε να το αποκτήσουμε άμεσα έστω και με πλαστικό χρήμα, έτσι λοιπόν έχουν μάθει και τα παιδιά μας να μην τους λείπει τίποτα. Όμως εγώ μπορώ να ομολογήσω ότι εκείνη την εποχή που περίμενα αυτό το «κάτι» με έκανε ευτυχισμένη όταν έφτανε η ώρα να το αποκτήσω….
Δεν θα ήθελα τα παιδιά μας να ζήσουν όπως ζήσαμε εμείς εκείνα τα στερημένα χρόνια, απλά θα ήθελα να μάθουν να εκτιμούν αυτά που έχουν σήμερα. Γιατί η φτώχεια προσαρμόζεται στον πλούτο, ο πλούτος όμως δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην φτώχεια.!!!!!

ΤΕΛΟΣ

           











2011 ΓΚΡΙΖΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

ΤΑ .ΓΚΡΙΖΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 2011

Η φετινή χρονιά ίσως να μην μας θυμίζει τίποτα από την χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα των παρελθόντων χρόνων
Τα γεγονότα τον τελευταίο καιρό, το ένα μετά το άλλο, έχουν κατρακυλήσει σαν χιονοστιβάδα οι βιασμοί, οι ληστείες, οι βανδαλισμοί στο κέντρο της Αθήνας, οι απεργίες, οι πορείες διαμαρτυρίας, τα μέτρα οι νέες λέξεις που προστέθηκαν στο λεξιλόγιο μας (άγνωστες μέχρι χθες) χαράτσι, περαίωση, εφεδρεία, μνημόνιο, ΔΝΤ, οι εισφορές, οι μειώσεις κλπ… . Όλα μαζί μας έχουν κάνει να πιστεύουμε ότι χάθηκε πλέον η ελπίδα από αυτόν τον τόπο για καλύτερες μέρες. Και λαός χωρίς ελπίδα έχει πεθάνει 
Η ελπίδα είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να σε κρατήσει ζωντανό στη ζωή.
Είναι η πυξίδα στο καράβι που βοηθάει τον καπετάνιο να βρει το λιμάνι.
Είναι το οξυγόνο που σου γεμίζει τους πνεύμονες.
Με την ελπίδα πας μπροστά όσο δύσκολος κι αν είναι ο δρόμος.
Το πρώτο πράγμα που θα ρωτήσει τον γιατρό ο άρρωστος είναι «Υπάρχει ελπίδα:;;;»
Στον τάφο του μεγάλου μας συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη υπάρχει η επιγραφή, «Δεν πιστεύω τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος».
Εγώ όμως θα ρωτήσω... Χωρίς πιστεύω, ιδανικά και ελπίδα, ποιό θα μπορούσε να είναι το μέλλον της πατρίδας μας, της οικογένειας, των παιδιών μας: Για να είμαστε λεύτεροι.
Ο αγώνας μας στη ζωή στηρίζεται σ’ αυτή την έννοια, στην ελπίδα για ένα πιο φωτεινό μέλλον για καλύτερη ποιότητα ζωής. Όμως οι κυβερνώντες αυτόν τον τόπο, οι αρχές, η παιδεία, η πρόνοια, η δικαιοσύνη, η οικονομία, με την εικόνα που παρουσιάζουν σήμερα, μας έχουν στερήσει το δικαίωμα να ελπίζουμε, να οραματιζόμαστε, ακόμα και να ονειρευόμαστε πως αύριο θα ξημερώσει άλλη καλύτερη μέρα.
Ο άρρωστος τρέμει την μέριμνα της κρατικής περίθαλψης και φυσικά δεν ελπίζει τίποτα.
Ο απροστάτευτος πολίτης σε ποιόν να διαμαρτυρηθεί και να μπορέσει να βρει το δίκιο του. Άρα δεν ελπίζει κι αυτός τίποτα.
Ο άνεργος, ο συνταξιούχος, ο μετανάστης,{που και αυτός ήλπιζε} από που να κρατηθούν;;;;.
Η βιομηχανική ζωή έσβησε, εργοστάσια, ναυπηγεία, βιοτεχνίες, καταστήματα ερήμωσαν. Περπατάς στους δρόμους και βλέπεις άδειες βιτρίνες και πόρτες με λουκέτα
Οι συντάξεις των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας που αγωνίστηκαν μια ολόκληρη ζωή, ψίχουλα, και αντί να αυξηθούν, με υπουργικές αλχημείες, μειώνονται, συρρικνώνοντας. Πνιγήκαμε στα χρέη, μας γονάτισαν οι φόροι. 
Ληστείες,, βίαιοι θάνατοι, η χώρα ξεπουλήθηκε,… ανεργία, πείνα, , αυτοκτονίες και ποιος ξέρει τι θα έρθει ακόμα…
Τα φετινά Χριστούγεννα δεν μπορούν και δεν θα έχουν λάμψη, χαρά ,πλούσια γιορτινά τραπέζια, δώρα, Όσα λαμπιόνια κι αν ανάψουν στις γειτονιές δεν θα φωτίσουν τις καρδιές μας θα είναι μουντά, σκοτεινά και γκρίζα, σαν την ψυχή εκατομμυρίων Ελλήνων αγανακτισμένων, πεινασμένων, απολυμένων, χρεωμένων….
Και σένα που δεν σε άγγιξε ακόμα η κρίση, πως θα μπορέσεις να χαρείς να γιορτάσεις, να γλεντήσεις, όταν ξέρεις ότι δίπλα σου υπάρχουν παιδιά που λιποθυμάνε από την πείνα ( τα ακούσαμε κι αυτό), κρυώνουν, που δεν θα πάρουν ούτε ένα δώρο, ένα παιχνίδι, γιατί για το παιδί ,το παιχνίδι αυτές τις ημέρες έχει πιο μεγάλη αξία κι από το φαί . ‘Όταν ξέρεις ότι οικογένειες που μέχρι χθες ζούσαν καλά, δούλευαν και προσέφεραν στο σπιτικό τους και σήμερα άνεργοι, θα περιμένουν ένα πιάτο φαί από την πρόνοια, από τον φιλεύσπλαχνο γείτονα ή από το συσσίτιο της εκκλησίας για να περάσουν τις άγιες μέρες….
Ένα γκρίζο πέπλο μας έχει σκεπάσει. 
το χαμόγελο έχει παγώσει στα χείλη μας και η ελπίδα έχει σβήσει ….οι ευτυχισμένες μέρες για κάποιες γενιές πέρασαν ανεπιστρεπτί….
Και το πιο πικρό… δεν έχουμε την δύναμη να ανταλλάξουμε ευχές, είναι σαν να εύχεσαι χρόνια πολλά σε έναν ετοιμοθάνατο.
Αυτή την χρόνιά μοιραστείτε τα καλούδια σας με τον συνάνθρωπό σας, δώστε χαρά στα παιδιά που πληρώνουν τα λάθη μας και που δεν φταίνε αφού εμείς τους παραδώσαμε την σκυτάλη για να αγωνιστούν σε «αγώνα ανώμαλου δρόμου"
Ντόρα Μανατάκη

Ανεκπλήρωτος έρωτας ( διήγημα)



  ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΟΣ  ΕΡΩΤΑΣ
                                    

           Η Τερέζα έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη . Αυτό που   έβλεπε την ικανοποιούσε απόλυτα.
           Πήρε το μπουκαλάκι με την κολόνια και  έβαλε δυο σταγόνες πίσω από το κάθε αυτί.
           « Θα του αρέσω?» αναρωτήθηκε.
           Δεν ήταν καμιά κούκλα αλλά με λίγο μακιγιάζ με ένα καλό χτένισμα και ένα ωραίο ντύσιμο δεν περνούσε ποτέ απαρατήρητη .
            Είχε περάσει τα τριάντα τρία της χρόνια και μια μικρή ανασφάλεια είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της στο πίσω μέρος της σκέψης της . Ο εξάχρονος δεσμός τηςa με τον Κώστα τέλειωσε πριν δύο χρόνια. Έφταιγε αυτός, έφταιγε εκείνη, ποτέ δεν το έψαξε . Έσβησε σιγά- σιγά χωρίς να το καταλάβουν . Δεν επεδίωξε να κάνει άλλη σχέση παρόλο που της έτυχαν κάποιες καλές περιπτώσεις . Ήθελε να μείνει για λίγο μόνη της .
            Μετά τον χωρισμό της με τον Κώστα μόνιμος συνοδός της ήταν ο Νικήτας  ο παιδικός της φίλος.
             Με τον Νικήτα ήταν ερωτευμένη στα εφηβικά της χρόνια , ήταν ο κρυφός της έρωτας . Ποτέ δεν του το έδειξε άλλα ούτε κι εκείνος της είχε δείξει ποτέ να τον ενδιαφέρει ερωτικά. Την πείραζε πάντα και πολλές φορές την απογοήτευε με το χιούμορ του λέγοντας της
«Πως είσαι έτσι σήμερα; Τα χάλια σου έχεις.» ή την φώναζε κουτορνίθι και διάφορα άλλα ενώ εκείνη έκανε οτιδήποτε για να του αρέσει. Με τον καιρό κλείδωσε τα αισθήματά της για τον Νικήτα βαθιά μέσα της όμως ποτέ δεν έπαψαν να είναι φιλαράκια.
            Πριν δυο μήνες τον έστειλε η εταιρεία στην οποία ήταν στέλεχος, μια πολυεθνική , στην Αμερική για κάποια σεμινάρια . Σ’ αυτό το διάστημα επικοινωνούσαν σχεδόν καθημερινά . Η Τερέζα όσο έλειπε μακριά της ένοιωθε τον έρωτα μέσα της να φουντώνει .Της έλειπε τόσο πολύ.  Μα και εκείνος με μισόλογα της έδωσε να καταλάβει πως ένιωθε το ίδιο .Μετά από κάθε τους συνομιλία η Τερέζα σκεφτόταν τα λόγια του, και προσπαθούσε να διαβάσει τις κρυφές του σκέψεις.
           «Ίσως φοβάται την απόρριψη , ίσως νομίζει πως θα προδώσει την φιλία μας . Πρέπει να κάνω εγώ το πρώτο βήμα. Όση ώρα ετοιμαζόταν άρχισαν να περνάνε σαν κινηματογραφική ταινία  διάφορα στιγμιότυπα από την παιδική τους  ηλικία
    
              -Τερέζα! Ο μπαμπάς μου, μου έφερε το καινούργιο μίκυ μάους, θα ‘ρθεις να το διαβάσουμε μαζί;
              Ήταν η φωνή του Νικήτα που την φώναζε από την αυλή του σπιτιού της. Στο παλιό διώροφο, έμεναν η οικογένεια της Τερέζας στον πάνω όροφο  και του Νικήτα στον κάτω. Οι γονείς του είχαν ένα μπακάλικο μερικά τετράγωνα πιο κάτω και ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν και οι δυο αρκετές ώρες αφήνοντας τον μόνο στο σπίτι. Η μητέρα της Τερέζας τον πρόσεχε σαν να ήταν δικό της παιδί. Τις οικογένειες τους τις συνέδεε παλιά φιλία. Τα δυο παιδιά μεγάλωναν μαζί. Η Τερέζα ήταν δυο χρόνια μικρότερη  και ο Νικήτας την βοηθούσε στα μαθήματά της και περισσότερο στην αριθμητική που εκείνη δεν τα κατάφερνε. Έπαιζαν μαζί και πολλές φορές κοιμόντουσαν και μαζί όταν αργούσαν να γυρίσουν οι γονείς του  και τον έπαιρνε ο ύπνος στο σπίτι της. Τα καλοκαίρια  πάντα έκαναν τις διακοπές τους και τα μπάνια τους στο νησί ,κοντά στην γιαγιά του Νικήτα, στην Μήλο.
              Ο Νικήτας της έμαθε μπάνιο στη θάλασσα, ακόμα της έμαθε να  ρίχνει βουτιές από το καΐκι του παππού του, να ψαρεύει με την μάσκα αχινούς και κοχύλια, εκείνος μπροστά και εκείνη πίσω τον παρακολουθούσε πως έβρισκε τα χταπόδια  και με το καμάκι τα έπιανε. Ήταν ο αγαπημένος μεζές του παππού του.
              -Αυτό παππού για σένα, φώναζε μόλις το σήκωνε έξω από το νερό
 Η Τερέζα ήταν φοβητσιάρα έτρεμε τα έντομα. Ένα καλοκαίρι στο νησί ο Νικήτας την τρόμαξε τόσο πολύ που δεν ήθελε να τον ξαναδεί.
     -Τερέζα, της φώναξε έλα να δεις τι κρατάω στο χέρι μου
Η Τερέζα έτρεξε κοντά του και τότε εκείνος άνοιξε το χέρι του και της πέταξε ένα τζιτζίκι επάνω της .. Οι φωνές της ακούστηκαν σ’ όλο το νησί και το χειρότερο για κείνη ήταν ότι ο Νικήτας είχε ξελιγωθεί στα γέλια. Εκείνη την ημέρα ένιωσε ότι τον μίσησε. Δεν ήθελε για πολύ καιρό να τον έχει φίλο της.

Στα χρόνια της εφηβείας τους, ο Νικήτας έβγαινε με τους φίλους του, μιλούσαν για κορίτσια, φλέρταραν. Η Τερέζα ένιωθε μικρά τσιμπηματάκια ζήλειας. Όταν η Βάνα  η κοινή τους φίλη έγινε το κορίτσι του, κατάλαβε ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του. Άρχισε να προσπαθεί να τον κάνει να την προσέξει  όμως εκείνος δεν έδειξε ποτέ ερωτικό ενδιαφέρον  για κείνη. Η Τερέζα έκλαψε αρκετές φορές τις νύχτες γυρίζοντας από κάποια φιλική έξοδό τους. Σιγά-σιγά απομακρύνθηκε. ‘Άλλαξαν σπίτι, ο Νικήτας πήγε στο πανεπιστήμιο, έκαναν νέες παρέες  και μετά γνώρισε τον Κώστα  ‘Έζησαν έναν όμορφο έρωτα μέχρι που ήρθε ο χωρισμός. Με τον Νικήτα χάθηκαν όλα αυτά τα χρόνια. Που και που τηλεφωνούσε ο ένας στον άλλον στις γιορτές, στα γενέθλιά τους… Μετά τον χωρισμό της, αναζήτησε τον Νικήτα. Ήταν και εκείνος μόνος του  κι έτσι άρχισαν πάλι να περνούν μαζί τις ελεύθερες ώρες τους.

 
             Κοίταξε το ρολόι της
            «Πέντε και μισή, έχω χρόνο» σκέφτηκε.
             Στο τηλέφωνο, της είχε πει ότι θα έφτανε Ελλάδα γύρω στις επτά.
             Πήρε τα τσιγάρα της από το κομοδίνο και με νευρικές κινήσεις άναψε ένα .
             « Γιατί Θεέ μου έχω τόσο τρακ» αναρωτήθηκε
              Τράβηξε δυο ρουφηξιές και το ίδιο νευρικά το έσβησε στο μικρό κρυστάλλινο τασάκι.
               Άρχισε να μαζεύει και να βάζει στις κρεμάστρες τα φορέματα που δοκίμαζε όλο το μεσημέρι και τα είχε σκορπίσει επάνω στο κρεβάτι
              « Μόλις τον δω θα τρέξω στην αγκαλιά του, θα του πω πόσο πολύ μου έλειψε … Σίγουρα θα είναι κουρασμένος από το πολύωρο ταξίδι του…αν θέλει να ξεκουραστεί θα τον πάω στο σπίτι του…ίσως περάσουμε μαζί τη νύχτα…Αχ! Νικήτα, πόσο ευτυχισμένη θα ήμουνα αν ήξερα ότι κάνεις και συ τις ίδιες σκέψεις …ότι τα όνειρά μου είναι και δικά σου όνειρα….Γιατί δεν μπόρεσες να διαβάσεις ποτέ τα μάτια μου …ν’ ακούσεις την καρδιά μου … πόσο χρόνο θα είχαμε κερδίσει..»
              Όλες αυτές οι σκέψεις έβγαιναν σαν παραμιλητό από τα χείλη της. Ένοιωθε χαρούμενη , ευτυχισμένη μα είχε και ένα μικρό φόβο μέσα της , μήπως είχε παρασυρθεί από τα δικά της αισθήματα και έκανε λάθος για του Νικήτα. «θα δείξει» σκέφτηκε και έδιωξε αμέσως από το μυαλό της αυτή τη σκέψη.
            « Κλειδιά, τσιγάρα, κινητό» είπε και μαζεύοντας τα, τα έριξε μέσα στην τσάντα της. Πήρε την ζακέτα της και κλείνοντας την πόρτα του μικρού της διαμερίσματος κατέβηκε στο αυτοκίνητο της .
            Η διαδρομή μέχρι το αεροδρόμιο της φάνηκε ατελείωτη. Όλα τα τραγούδια που έπαιζε το ραδιόφωνο είχε την εντύπωση ότι μιλούσαν για την δική της αγάπη
            « Αχ! Αγάπη μου , αν μπορούσα να σου μεταβιβάσω τη σκέψη μου , να σου φωνάξω πόσο πολύ σ’ αγαπώ και να μ’ ακούσεις….
             Έφτασε στο αεροδρόμιο ένα τέταρτο νωρίτερα. Μπαίνοντας παρατήρησε μια ασυνήθιστη κίνηση,  πήρε ένα περιοδικό και κάθισε στην καφετέρια . Η αναμονή ήταν ότι χειρότερο για την Τερέζα. Η αγγελία που ακούστηκε από τα μεγάφωνα  την έκανε  να παγώσει
                                                * * *
              Η πτήση του Νικήτα δεν  θα έφτανε ποτέ… Η ανακοίνωση του τραγικού αεροπορικού δυστυχήματος την άφησε καρφωμένη τρεις ολόκληρες ώρες στην ίδια θέση σαν χαμένη πριν πάρει τον δρόμο της επιστροφής .
              Μαζί με τον Νικήτα είχαν χαθεί όλα τα όνειρά της και οι ελπίδες  του μεγάλου ανεκπλήρωτου έρωτά της και δεν θα μάθαινε ποτέ αν  ο κρυφός της έρωτας για κείνον, ήταν ένας αμοιβαίος έρωτας….     
                                               Τ Ε Λ Ο Σ 

Κοντά στο τζάκι....

video


Κρύα μέρα χειμωνιάτικη κοντα στο τζάκι, οι φλόγες τις φωτιάς σε ταξιδεύουν,ο θόρυβος που κάνουν τα κουτσουρα καθως σιγοκαίνε ειναι σαν μια απαλή μουσική.... συντροφιά σου ένα βιβλίο, ενα χαρτί, ένα μολύβι, και η έμπνευση  αν σ επισκεφθεί...... όμορφες στιγμές τις κρύες νύχτες του χειμώνα.....

Μαντινάδες

Αγαπώ την Κρήτη και μ αρέσουν πολύ οι μαντινάδες γι αυτό
 που και που γράφω κι εγω μερικές....


Μ' όλες τσι χάρες ο Θεός
σ έχει γιομίσει Κρήτη
απ΄το Λασήθι, τα Χανιά,
ως και τον Ψηλορείτη!!!
           ***** 
Βλέπω σε και τα μάτια μου
δακρύζουν λυπημένα
γιατί η αιτία ήμουνα
που φυγες απο μένα!!!
           ****
Στην Κρήτη όποιος έζησε
και ξένος να 'ναι ακόμα
σαν ματαγύρει προσκυνά
και τσι φιλεί το χώμα!!!
           ****
Κρήτη μου όταν σε θωρώ
ακόμα και στον χάρτη
μου κουζουλένης το μυαλό
κάνεις το νου μου αντάρτη!!!
            ****
Την Κρήτη την αγάπησα 
απο μικρό παιδάκι
γι αυτό όταν παντρεύτηκα
επήρα...κρητικάτσι...!!!
            ****
Χιλομουδού λεν το χωριό
εις τω Χανιώ τα μέρη
οπου καμα διακοπές 
και πέρασα ...ΑΣΤΕΡΙ!!!
             ****
Ίντα να γράψω και να πω
για τη φιλοξενεία
οπου χουνε οι Κρητικοί
στον κόσμο...άλλη καμμία!!!
             ****
Τσι Κρήτης τ άγια χώματα
ξένε σαν τα πατήσεις
δε θα ξεχάσεις τα ποτές
βαθιά θα τ αγαπήσεις!!!
             ****
Λεβέντες όλοι οι Ελληνες
μα λίγο παρα πάνω
ειναι τα Κρητικόπουλα...
κι όντας θωρώ τους μάθια μου
τα λογικά μου χάνω....!!!!
              ****
Λεβεντογέννα απέδειξες 
πως εισαι μάνα Κρήτη
και με λιοντόκαρδα παιδιά
γεμίζεις τον πλανήτη!!!


Ντόρα Μανατάκη



ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΟΛΗ ΤΗ ΓΗ...


αγανάκτηση

Πικρός απολογισμός


Είμαι παιδί μας δεκαετίας οπου είδα
στην φτωχική μου κάμαρα
όλα μου τα όνειρα
να κρύβουνε ελπίδα....

Και προχώρησε η ζωή
πήγα παρα πέρα
κι έχτιζα τα όνειρα
μέρα με την μέρα

Σπούδασα, εργάστηκα,
κι έβλεπα το μέλλων,
φωτεινό ν, απλώνεται 
στον ορίζοντά μου...

πέραασε κι ο έρωτας
κι άφησ' ένα βέλος του
πάνω στην καρδιά μου...

έφτιαξα οικογένεια,
έγινα μανούλα
δυο βλαστ'αρια ανάθρεψα
-να χουν την υγειά τους-

κι έδωσα εφόδια
ικανά για να μπορούν
ν ανοίξουνε 
κι εκείνα τα φτερά τους

Πλούτη δεν εζήλεψα
μα ήθελα να έχω
την αξιοπρέπεια
στα γεράματά μου

κι αν μπορώ και στήριγμα
να μαι στα παιδιά μου

Κι όσο πέρναγε ο καιρός
κι έλεγα όλα "πρίμα"
ήρθαν "ΤΡΙΣΚΑΤΑΡΑΤΟΙ"
κι έκοψαν το νήμα.....

ΜΙΑ ΣΥΓΝΩΜΗ ΔΕΝ ΦΤΑΝΕΙ...




Μια συγνώμη δεν μπορεί
Μια συγνώμη δεν φτάνει
Ναυαγός θα ‘μια πάντα
Που δεν βρίσκει λιμάνι

Με παλιές φωτογραφίες
Σκόρπιες μες τη κάμαρα μου
Ζωντανεύω στο μυαλό μου
Τα χαμένα όνειρά μου

Κι όλα με γυρνούν σε σένα
Στην αγάπη μας την τόση
Και με πίκρα ομολογώ
Πως εγώ σ’ είχα προδώσει!


ΠΙΟ ΚΑΛΗ Η ΜΟΝΑΞΙΑ....(διήγηματάκι)


    Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Έφτιαξα ένα καφέ και βγήκα να τον απολαύσω στη βεράντα μου. Κάτι τέτοιες ώρες η μοναξιά είναι η πιο γλυκιά παρέα. Σ’ αγκαλιάζουν οι σκέψεις σου και ταξιδεύεις μαζί τους.
Αυτό αποφάσισα να κάνω κι εγώ, όμως ένα ντρινν!!! Μου άλλαξε τα σχέδια..
    Ήταν το κουδούνι της πόρτας μου. Ανοίγω! Η φίλη μου η Αθηνά. Χάρηκα που την είδα κι ας μου άλλαξε τα σχέδια.
-         Φιλενάδα, κερνάς καφέ;
-         Μετά χαράς. Πέρασε.
   Η Αθηνά είναι ο πιο γλυκός άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Ήρεμη, χαρούμενη, πάντα με ένα χαμόγελο στα χείλη, με αρκετό χιούμορ ώστε στη συντροφιά να είναι πάντα περιζήτητη.
   Σήμερα το βλέμμα της ήταν σκοτεινό και αφηρημένο.
-         Τι συμβαίνει Αθηνούλα ; ρώτησα.
  Κούνησε το κεφάλι της και με μια μικρή καθυστέρηση μου απάντησε.
-         Αποφάσισα να χωρίσω….!
-    Ορίστε;
-         Όπως το ακούς. Αποφάσισα να χωρίσω.
  Η Αθηνά είχε ένα καλό γάμο, δυο θαυμάσια παιδιά και ένα σύζυγο από αυτούς που λένε « τι καλό παιδί…τυχερή κοπέλα» Όμως η Αθηνά αισθανόταν ότι ήταν τυχερή μόνο στα μάτια των άλλων.
   - Πήρα μια απόφαση, και ξέρω πως κανείς δεν πρόκειται να με δικαιολογήσει και να με καταλάβει. Ούτε κι εσύ που είσαι φίλη μου και με ξέρεις. Μου είπε. Αγαπώ δεν μπορώ να πω τον άνδρα μου και το αξίζει. Όμως τον αγαπώ σαν αδελφό μου. Από τα πρώτα κι όλας χρόνια του γάμου μας αυτή η σχέση πήρε μόνο το δρόμο της συντροφικότητας . Χωρίς έρωτα, χωρίς το κάτι που να ξυπνάει τα αίματα , Χωρίς εκπλήξεις. Μια ζωή σαν λίμνη που δεν βρέθηκε κανείς να ρίξει μέσα ένα πετραδάκι.
   - Τι λες τώρα ρε φιλενάδα; Τι σου έκανε το ανθρωπάκι; Είναι τσιγκούνης; ¨Όχι. Χαρτοπαίζει; Όχι. Πίνει; Όχι. Καπνίζει; Ούτε αυτό δεν κάνει και θες να τον χωρίσεις; Μου φαίνεται τα ‘χεις χαμένα. Είπα.
   - Είδες που σου το είπα. Ούτε συ δεν πρόκειται να με καταλάβεις. Με έχει πρήξει με τις φιλολογίες του και τις φιλοσοφίες του. Εχτές συγκεκριμένα  του λέω. « Το πρωί η διπλανή μας, με την κυρία του τρίτου ορόφου έστησαν ένα καυγά τρικούβερτο για τα σκουπίδια….»
« Αθηνά, με διακόπτει αυστηρά, τι μας ενδιαφέρουν εμάς οι διαφορές των γειτόνων.»  Δεν είχε καν την περιέργεια να μάθει. Ακούω ένα ανέκδοτο λίγο σόκιν του το λέω και μου απαντάει…Αθηνά ντροπή σου να σ΄ ακούσουν τα παιδιά…Ε! δεν μπορώ άλλο να ζήσω μ’ έναν άνδρα που δεν διαθέτει ούτε μια στάλα χιούμορ. Το πήρα απόφαση θα χωρίσω.
     Πριν προλάβω να πω κάτι  ντρινν!!! Ξανά το κουδούνι. Ανοίγω.
-         Βρε καλώς τη Μαιρούλα!....
     Η Μαίρη είναι συνάδελφος . Διαθέτει ένα αυστηρό ύφος διανοούμενης και απαιτεί από όλους πάντα προσοχή και σοβαρότητα.
 Είναι παντρεμένη με το Σταμάτη, ένα γελαστό παλικάρι, εύθυμο, που όμως ότι και να πει στην παρέα, η Μαίρη πάντα τον στραβοκοιτάζει σαν να του λέει « Σκάσε ηλίθιε».
   Μπαίνει φουριόζα μέσα .
-         Χωρίζω, χωρίζω, χωρίζω! Οι πρώτες της λέξεις . Αχ! Έχεις παρέα … είπε βλέποντας  την Αθηνά . Ζήτά συγνώμη και κάθεται στον καναπέ.
-         Τι συμβαίνει Μαιρούλα ; κάνω τις συστάσεις . Η Αθηνά από δω είναι φίλη μου και έχει έρθει ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Τι σας έπιασε σήμερα;
-         Δεν είναι ζωή αυτή. Ξαναλέει η Μαίρη Τίποτα δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά αυτός ο άνθρωπος όλα στην πλάκα. Ανεύθυνος παιδί μου. Σήμερα έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Του λέω το πρωί « Αγάπη μου, πρέπει να πληρώσουμε τη ΔΕΗ γιατί θα μας κόψουνε το ρεύμα» και ξέρεις τι μου απάντησε ; « καλύτερα γλυκιά μου θα περάσουμε δεύτερο μήνα μέλιτος σε ρομαντική ατμόσφαιρα με κεριά». Και αφού ο αχαΐρευτος  δεν έχει φράγκο, μου κανόνισε εκδρομή το Σαββατοκύριακο στο Καρπενήσι. Έχω γίνει έξαλλη. Εσείς τι θα κάνατε; Όχι πέστε μου τι θα κάνατε; άσε την τσιγκουνιά του που δεν έχει όρια . Αμ! Η περιέργεια του αυτή που τη βάζεις. Κιχ! Ν’ ακούσει ο κουτσομπόλης στήνει αυτί στην πόρτα.. Και πολύ φοβάμαι, δεν είμαι σίγουρη, ότι ξενομπερδεύει κι όλα..
   Η Αθηνά τη άκουγε αμίλητη. Σε λίγο σηκώθηκε διακριτικά .
   - Εμένα με συγχωρείτε πρέπει να πηγαίνω. Είπε και παίρνοντας την τσάντα της αναχώρησε. Δεν ξέρω τι μπορεί να σκέφτηκε ακούγοντας τη Μαίρη, όμως μου έδωσε την εντύπωση πως μέσα της έλεγε: « Καλέ μ’ αυτά που ακούω εμένα μου φαίνεται πως έχω έναν άγγελο για σύζυγο».
    Η Μαίρη είπε κι άλλα, κι άλλα , εγώ την ήξερα, δεν ήταν η πρώτη φορά. Θα ξεθύμαινε και γυρνώντας στο Σταμάτη όλα θα ήταν μέλι γάλα.
    Όταν έφυγε και η Μαιρούλα , βγήκα πάλι στη βεραντούλα μου. Είχε νυχτώσει για τα καλά. Άναψα ένα κερί έβαλα και ένα ουισκάκι και κάθισα ν’ απολαύσω τη μοναξιά μου. Δεν έτυχε που είμαι μόνη. Είναι συνειδητή επιλογή μου. Ίσως πολλοί να μην συμφωνούν, όμως εγώ νιώθω ευτυχισμένη.
   Από κάποιο μπαλκόνι έρχεται η γλυκιά μελωδική φωνή του Πάριου κάνοντας τη ατμόσφαιρα ρομαντική, τραγουδώντας …
     « … Πιο καλή η μοναξιά…..»






ΤΕΛΟΣ

Στην μάνα!!! Χρόνια πολλά σ ολές τις μανούλες

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΗ ΜΑΝΑ Στο κάθε βήμα της ζωής εσύ είσαι στήριγμα μου σε κάθε δύσκολη στιγμή εσένα έχω κοντά μου Μάνα όταν τα μάτια σο...