Η ΚΟΚΕΤΑ (ΔΙΗΓΗΜΑ)


                                         Η  ΚΟΚΕΤΑ…    

  





Κουρασμένα συρτά βήματα. Χαραγμένες ρυτίδες.  Η ημέρα έχει γίνει ατελείωτη και η νύχτα επίσης το ίδιο. Ο χρόνος κυλά αργά βασανιστικά,   γεμάτος   γλυκόπικρες αναμνήσεις.
          Τι ήσουν,  αλήθεια; …
           Στην αρχή…,  ένα ροδοπέταλο από ανθισμένο μυρωδάτο τριαντάφυλλο, ένα τρυφερό κλωνάρι που ξεπεταγόταν μέσα από τον Ανοιξιάτικο οργασμό της φύσης, ένα ανήμπορο πουλάκι για πέταγμα, στη ζεστή αγκαλιά της μάνας.
          Και ύστερα….,  είδες το κορμί να σχηματίζεται, τα στήθη , άγουροι καρποί να ωριμάζουν, τον έρωτα να ξεπηδά μέσα από τα βλέφαρα και να πεταρίζει.  Άγγιξες την ηδονή, γεύθηκες το γλυκό κρασί της όποιας αμαρτίας, έζησες την άνοιξη της νιότης, το καλοκαίρι του μεστώματος, ένιωσες το βύζαγμα στη ρόγα, το καυτό γάλα να βγαίνει από τα στήθη για ν’ αναστήσει το βλαστάρι σου, την περηφάνια για το δημιούργημά σου…
          Ήρθε του φθινοπώρου το αργό ξεγύμνωμα, Eίδες την ομορφιά να εκφυλίζεται, το λυγερό κορμί να κυρτώνει σαν δεντρί στη δύναμη του αγέρα, τα φωτεινά μάτια να βασιλεύουν σαν τον ήλιο όταν τελειώνει το σεργιάνι του στον ουρανό και βουτά να ξαποστάσει στη δύση του…
           Τώρα μες την βαρυχειμωνιά, αργοσέρνεις τα βήματα και περιμένεις καρτερικά ένα χτύπημα στην πόρτα…..     



       Κοίταξε το πρόσωπο της στον καθρέφτη, γύρισε το κεφάλι της δεξιά, αριστερά και χάιδεψε τις γραμμές του. Με το αριστερό της χέρι τέντωσε τις ρυτίδες του ματιού , με το δεξί κρατούσε το μπαστούνι που εδώ και τρία χρόνια την βοηθούσε στο περπάτημα . Τα πόδια της δεν είχαν πια δύναμη , ο χρόνος την είχε καταβάλει χωρίς όμως  εκείνη να μπορέσει να  συμβιβαστεί ποτέ μαζί του. Η καρδιά της εξακολουθούσε να είναι καρδιά μιας παιδούλας, μιας έφηβης, θα ήθελε να μπορούσε να κάνει ότι και η εγγονή της, να τρέχει, να χορεύει, να διασκεδάζει, να ζει.
       « αν ήμουν άλλη» σκέφτηκε «θα είχα κάτσει σε αναπηρική καρέκλα εδώ και καιρό. Εγώ όμως όχι, όχι, θα πεθάνω όρθια όπως τα δέντρα. Γιατί σε μένα Θεέ μου άφησες να συμβεί αυτό?»
      Η φύση της είχε χαρίσει απλόχερα την ομορφιά, μια ομορφιά που δεν περνούσε απαρατήρητη . Καλοσχηματισμένο πρόσωπο, υπέροχα μάτια, καλλίγραμμη μύτη, μια σειρά υπέροχα δόντια σαν μαργαριτάρια. Πάντοτε κέρδιζε το βλέμμα και τον θαυμασμό όλων.  Η ζωή όμως ήταν φειδωλή μαζί της ποτέ δεν την άφησε να χαρεί. Τα βάσανα το ένα διαδεχόταν το άλλο , γνώρισε από μικρό παιδί την ορφάνια, την πείνα της κατοχής, τον άτυχο γάμο και τώρα την ανίατη αρρώστια , δύο πόδια σακατεμένα.  Η δύναμη όμως που κουβαλούσε μέσα της, της έδινε κουράγιο για ζωή.
    

Ξημέρωνε η γιορτή του αγίου Νικολάου, η μάνα της είχε σηκωθεί σχεδόν αξημέρωτα και λιβάνιζε. Πάντα αυτή η μέρα ήταν για κείνη ιερή .Στο νησί της , είχαν πολιούχο τον αϊ Νικόλα,  τον προστάτη των ναυτικών, το ίδιο έκανε και η γιαγιά της, παρακαλώντας τον Άγιο  να έχουν καλά ταξίδια ο άντρας της και τα αδέρφια της που βρίσκονταν στα πέλαγα.  
-Μαρίκα, Αγγελική άντε σηκωθείτε ώρα για το σχολείο, φωνάξτε και τα αγόρια. Σας ζεσταίνω το γάλα σας.
Η Μαρίκα έσπρωξε την Αγγελικούλα 
-Κρυώνω είπε εκείνη με αδύναμη φωνή, Κρυώνω πολύ!
Η Μαρίκα άγγιξε το μέτωπό της
-Μάνα τρέχα, η μικρή καίει, έχει πυρετό.
Η μάνα έπιασε το κεφάλι της μικρής της κόρης πραγματικά το παιδί έκαιγε. Έτρεξε αμέσως  γέμισε  μια λεκάνη νερό με ξύδι και βουτώντας μέσα μια πετσέτα  την έστυψε και την έβαλε στο κεφάλι της κόρης της.
-Τρέξε να φωνάξεις τον γιατρό. Είπε στην Μαρίκα Ο γιατρός κάθισε ώρα πολύ πάνω από την Αγγελικούλα το πρόσωπο του ήταν σκυθρωπό. Η Μαρίκα είχε κουρνιάσει πίσω από την πόρτα και παρακολουθούσε.
-Το παιδί είναι σοβαρά! Είπε στη μάνα είμαι σίγουρος ότι έχει οστρακιά.
Η μάνα έπιασε με τα δυο της χέρια το κεφάλι της.
-Τι πρέπει να κάνω τώρα γιατρέ μου ; ρώτησε.
-Προσπάθησε να βρεις τα φάρμακα που θα σου γράψω και θα δούμε.
Οκτώ μέρες ψηνόταν στον πυρετό η Αγγελικούλα. Ο γιατρός πήγαινε και έρχονταν στο σπίτι. Η Μαρίκα στεκόταν στο προσκεφάλι της. Την λάτρευε την μικρή της την αδελφή. Την ένατη ημέρα η ανάσα της έγινε βαριά, τα ματάκια της είχαν σχηματίσει μαύρους κύκλους, το κορμάκι της το βράδυ έμεινε ασάλευτο. Ήρθε το τέλος. Θρήνος και κραυγές μέσα στο σπίτι.
-Παιδί μου, μονάκριβο μου, γιατί; Σπάραζε η μάνα. Οι λυγμοί της και ο πόνος της, λύγιζαν σίδερο.
Οι γειτόνισσες πήραν τα αγόρια μακριά. Η Μαρίκα αρνήθηκε πεισματικά να φύγει. Είχε σφιχταγκαλιάσει την μάνα της από φόβο μήπως την χάσει κι εκείνη. Δεν είχε καταλάβει ποιος ήταν αυτός ο χάρος που έπαιρνε τα μικρά παιδιά και έκανε τους μεγάλους να κλαίνε τόσο γοερά, να σπαράζουν και να μαυροντύνονται.
 Η μάνα άργησε πολύ να συνέλθει πέρασαν μήνες. Κάθε βράδυ η Μαρίκα την άκουγε που μοιρολογούσε. Την ημέρα έσφιγγε τα δόντια και έκανε την καρδιά της πέτρα για να μη βλέπουν τα άλλα  της παιδιά. Ο Γρηγοράκης ήταν επτά χρονών και ο Χρηστάκης της τεσσάρων, η Μαρίκα στα δέκα. Τα μικρά δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί.
«Την πήρε ο θεούλης κοντά του» τους έλεγε η μάνα κάθε φορά που ρωτούσαν  για την Αγγελικούλα. «Είναι ένα αγγελούδι που μας κοιτάζει από τον ουρανό»
Η Μαρίκα όμως ήξερε και πονούσε που δεν θα ξαναέβλεπε την αγαπημένη της αδελφούλα.
Σιγά – σιγά με τον καιρό το σπίτι ξαναβρήκε τον ρυθμό του. Οι συγγενείς και οι γείτονες που μπαινόβγαιναν καθημερινά για να κάνουν συντροφιά της μάνας αραίωσαν, όμως στα πρόσωπα της οικογένειας είχαν σφραγιστεί από τον πόνο,  Το γέλιο δειλό και σχεδόν ανύπαρκτο. Η Μαρίκα που όλο αυτό το διάστημα έμενε στο σπίτι για να βοηθάει τη μάνα ,άρχισε να πηγαίνει πάλι στο σχολείο, και τα αγόρια επίσης. Οι φωνές τους και το παιχνίδι τους ήταν η ζωντάνια και η ζεστασιά μέσα σ’ αυτό το σπίτι.

Ξημερώνει 28 Οκτωβρίου 1940. Ώρα 6 το πρωί. Ο ανατριχιαστικός ήχος της σειρήνας  κάνει ολόκληρη την γειτονιά να πεταχτεί στον δρόμο. Μήνες τώρα ακούνε, μαθαίνουν, για τον αναβρασμό που επικρατεί στα Βαλκάνια. καταλαβαίνουν, πόλεμος, επιστράτευση. Ο πατέρας της Μαρίκας πρέπει να φύγει για το μέτωπο μαζί με άλλους πολλούς γείτονες. Η μάνα κλαίει αποχαιρετώντας τον. Ξέρει πόσο δύσκολο θα είναι για εκείνη που μένει πίσω με τρία μικρά παιδιά. Φτωχοί άνθρωποι πως θα ζήσουν;
Η τέχνη της φραγκοράφτρας θα τους βοηθήσει να ζήσουν.
 Μέρα νύχτα στο βελόνι έραβε στρατιωτικές στολές. Η Μαρίκα σταματάει το σχολείο και πιάνει δουλεία σε εργοστάσιο. Είναι δέκα πέντε χρονών. Δεν τολμάει να κάνει όνειρα. Κάποιες φορές με τις φίλες της,[γειτονοπούλες] μιλούν για το αγόρι που έχει ερωτευτεί η κάθε μια, που είναι στρατευμένοo και με λαχτάρα διαβάζουν τα γράμματα που τους στέλνουν από το μέτωπο. Η Μαρίκα ακούει, η καρδιά της δεν έχει χτυπήσει ακόμα.
Οι μήνες περνούν τα νέα από τον πατέρα αραιώνουν. Ενώ στην αρχή έφταναν γεμάτα ενθουσιασμό για νίκες στα σύνορα, τώρα οι κακουχίες, ο βαρύς χειμώνας, τα χιόνια τον έχουν τσακίσει. Επιστρέφει πληγωμένος και βαριά άρρωστος από πνευμονία. Η μάνα τρέχει. Φιλάει κατουρημένες ποδιές για να βρει φάρμακα, πενικιλίνες.
Ο πατέρας λίγο – λίγο αρχίζει να συνέρχεται. Είναι όμως αδύναμος να εργαστεί  το βάρος όλο το έχει η μάνα και η Μαρίκα. Πρέπει να δουλέψουν για το μεροκάματα. Για τα δύο μικρά αγόρια. Για ένα ζεστό πιάτο φαί.
Καλοκαίρι του 1941. Οι γερμανοί μπαίνουν στην Αθήνα. Οι ρυθμοί της ζωής αλλάζουν. Ο  φόβος  και η αβεβαιότητα για το αύριο   κουρνιάζουν σε κάθε σπιτικό. Ξοπίσω ακολουθεί η πείνα. Τα τρόφιμα αρχίζουν να χάνονται τα χρήματα εξανεμίζονται τίποτα δεν έχει πλέον αξία. Η συμφορά στο φτωχικό της Μαρίκας δεν αργεί να έρθει. Ο πατέρας ανήμπορος  και εξαντλημένος  από την πείνα, σβήνει. Μήτε κηδεία δεν μπορούν να του κάνουν. Μήτε να κλάψουν δεν μπορούν, τα δάκρυα έχουν στεγνώσει στα μάτια τους. Ο πόνος είναι βουβός. Η μάνα αποφασίζει να επιστρέψει στο νησί της.
-Μαρίκα εσύ κι εγώ μένει να παλέψουμε τώρα για τα δυο αυτά ορφανά.

Δύο μέρες ταξίδευαν μέσα σ’ ένα σαπιοκάραβο, σ’ ένα σκυλοπνίχτη μέχρι να φτάσουν. Η ζωή στο νησί ήταν λίγο καλύτερη. Οι συγγενείς της μάνας τους καλωσόρισαν. Ευτυχώς υπήρχε το πατρικό της σπίτι να μείνουν και ένα μικρό χωραφάκι. Η μάνα βάλθηκε να φυτεύει, για να εξασφαλίσει μια μικρή σοδιά για τα ορφανά καθώς έλεγε. Η λέξη ορφανό αντηχούσε άσχημα στ αυτιά της Μαρίκας δεν ήθελε να την αποκαλούν έτσι. Ήταν δεκαέξι χρονών πια, σχηματισμένη σχεδόν γυναίκα, και αναμφίβολα όμορφη, όλοι την θαύμαζαν. Κι εκείνη προσπαθούσε να περιποιείται τον εαυτό της ήταν κάτι που της άρεσε από μικρή.
-Πάλι στο καθρέφτη είσαι; Άστο πια αυτό το μαλλί!  Φώναζε η μάνα της. Σταμάτα να φτιασιδώνεσαι έχουμε δουλειές!
Τα αγόρια του νησιού, όλα ήταν ερωτευμένα με την Μαρίκα. Όταν έβγαινε έξω σκορπούσε ταραχή στις καρδιές τους. Το παρατσούκλι της ήταν η κοκέτα. Έτσι την έλεγαν.
-Κοίτα να εκμεταλλευτείς την ομορφιά σου και να βρεις κανένα καλό γαμπρό πλούσιο!    Της έλεγε η θειά Σοφία που ήταν και η προξενήτρα του νησιού. Εγώ  θα σου βρω τον καλύτερο!
Η Μαρίκα ούτε που να ακούσει για προξενιά.
-Εγώ θα τον βρω μόνη μου, και θα είναι και Αθηναίος έλεγε, θα φύγω δεν μένω εδώ στο νησί.
Όταν αντήχησαν οι καμπάνες της απελευθέρωσης από τους γερμανούς η Μαρίκα ήταν πια σχεδόν είκοσι χρονών.
Ένα πρωί η θειά Σοφία ήρθε γεμάτη χαρά.
-Φέρνω καλά μαντάτα για την Μαρίκα μας ,είπε στη μάνα. Ο Παναγιώτης του Μανώλη του Σταματίου, ζητάει την κόρη σου να την παντρευτεί. Καλό παιδί και πολλά λεφτά. Τύχη βουνό. Κοίτα να την πείσεις, δεν βρίσκονται κάθε μέρα τέτοια παιδιά.
Η μάνα μίλησε στη Μαρίκα την ίδια μέρα.
-Κόρη μου είναι καλή τύχη για σένα. Εγώ κουράστηκα από την φτώχια. Εσύ τουλάχιστον να ζήσεις καλά και ίσως μπορέσεις να βοηθήσεις και τα αδέρφια σου . Ο Παναγιώτης έχει ολόκληρο καΐκι δικό του και σπίτια και χτήματα. Είναι και μοναχοπαίδι. Μην αρνηθείς. Μην πετάξεις τέτοια τύχη. Όλα αυτά της τα έλεγε σχεδόν παρακαλετά, ήξερε  πόσο αρνητική ήταν η Μαρίκα στα προξενιά. Πόσα είχε διώξει.
-Θα το σκεφτώ!
Ο Παναγιώτης της άρεσε, πολλές φορές τον είχε κρυφοκοιτάξει. Αποφάσισε να δεχτεί. Είπε το ναι, και όλα πήραν τον δρόμο τους.
Άρχισαν οι ετοιμασίες του γάμου. Ο Παναγιώτης δεν ήθελε να χαλάσει κανένα χατίρι στην Μαρίκα κι όταν του ζήτησε να πάνε στη Αθήνα για το νυφικό της, τις μπομπονιέρες και τα προικιά της μετά χαράς δέχτηκε. Η Μαρίκα θα πραγματοποιούσε το όνειρό της θα ήταν μια ξεχωριστή νύφη με την τελευταία λέξη της μόδας.
-Κόρη μου συμμαζέψου! Δεν έχουμε λεφτά για λούσα και πολυτέλειες. Φτωχοί άνθρωποι είμαστε άσε τα μεγαλεία. Έλεγε η μάνα.
-Όχι ! δεν θέλω να παντρευτώ σαν παρακατιανή! Απαντούσε πεισματικά η Μαρίκα. Ο Παναγιώτης θα μου τα πάρει. Άλλωστε παίρνει την πιο όμορφη γυναίκα του νησιού, και λεφτά έχει.!
Ο γάμος έγινε και πραγματικά την Μαρίκα την θαύμασε όλο το νησί. Τώρα ήταν μια κυρία πλούσια, όμορφη ,και  ευτυχισμένη. Σε έξη μήνες ο Παναγιώτης έφυγε με το καΐκι, μαζί πήρε και τον  αδερφό της τον Γρηγόρη που παράτησε το σχολειό του, δεν τα ήθελε τα γράμματα
-Θέλω να γίνω καπετάνιος! Έλεγε στη μάνα του. Με δικό μου καΐκι σαν τον Παναγιώτη.
-Καλά, άντε τώρα κοντά του μούτσος, και αργότερα γίνε και καπετάνιος. Απαντούσε η Μαρίκα.
Ο πεθερός της ο καπετάν Μανώλης πάντα έκανε μακρινά ποστάλια. Έλειπε εφτά- οχτώ μήνες, πολλές φορές και χρόνο από το νησί.
-Πατέρα μην αργήσετε να γυρίσετε τον παρακάλεσε η Μαρίκα. Νιόπαντρη είμαι…
-Για όλα αυτά  τα λούσα και τα στολίδια που θα σου φέρει ο άντρας σου, αξίζει να περιμένεις της είπε γελώντας δυνατά. Καμιά δεν θα ’χει  τέτοια σ’ όλο το νησί!!! Έχε υπομονή.
-Είναι δύσκολο να είσαι γυναίκα ναυτικού κόρη μου, της έλεγε η πεθερά της .πρέπει να ‘χεις υπομονή και γερή καρδιά ν’ αντέχει. Η θάλασσα έχει αγωνίες και λαχτάρες δεν μας βλέπεις, όλες στον Άγιο τρέχουμε κι ανάβουμε κερί για καλά ταξίδια. Το ίδιο θα κάνεις κι εσύ.

Πέρασαν πέντε χρόνια α Παναγιώτης ήρθε κι έφυγε πολλές φορές.
Σε κάθε του ταξίδι της έφερνε δώρα, μεταξωτά, ασημικά Η  Μαρίκα ένιωθε ευτυχισμένη, έραβε φουστάνια, ανέβαινε στην Αθήνα με την μάνα της, ψώνιζε παπούτσια, τσάντες, καπέλα, ότι λαχταρούσε η ψυχή της. Η φτώχια και η πείνα που είχε ζήσει παιδί είχε σβηστεί από το μυαλό της.
Αυτή την φορά, λίγο πριν φύγει ο Παναγιώτης, η Μαρίκα έμεινε έγκυος Στην επιστροφή του  βρήκε έτοιμο και τον γιό. Τον μικρό Μανωλάκη. Χαρές, πανηγύρια, στην βάφτισή του, έκαναν γλέντι τρικούβερτο. Η μοναξιά που ένιωθε η Μαρίκα όταν έλειπε ο άντρας της τώρα είχε κάνει φτερά. Αφοσιώθηκε στον μικρό Μανώλη που τον μεγάλωνε σαν αρχοντόπουλο.
‘Εκείνο  πρωινό η Μαρίκα σηκώθηκε κακόκεφη. Ένα βάρος ένιωθε ότι της πλάκωνε την ψυχή. Ξύπνησε τον γιό της και τον ετοίμασε για το σχολείο. Ύστερα κατέβηκε στην αγορά να ψωνίσει. Στο δρόμο συνάντησε τον ταχυδρόμο.
-Μαρίκα, έχω ένα τηλεγράφημα για σένα, της είπε και της το έδωσε.
Το άνοιξε με τρεμάμενα χέρια. Ήταν από τον αδερφό της.
«Επιστρέφουμε στο νησί. Ο Παναγιώτης είχε ένα ατύχημα» έγραφε.
Γεμάτη αγωνία γύρισε στο σπίτι.
-Μάνα κακά μαντάτα. Ο Παναγιώτης, κάτι έχει συμβεί στον Παναγιώτη. Μου έστειλε ο Γρηγόρης τηλεγράφημα. Έρχονται  πίσω. Ατύχημα γράφει. Ω! θεέ μου θα τρελαθώ!
Το καΐκι επέστρεψε σε δυο ημέρες. Ο Παναγιώτης είχε γλιστρήσει μπερδεύτηκε το πόδι του σε κάτι σκοινιά και χτύπησε στο κεφάλι. Όταν τον έφεραν ήταν σχεδόν σε αφασία. Ο γιατρός διέταξε αμέσως να μεταφερθεί στην Αθήνα σε νοσοκομείο. Την ίδια ημέρα μπήκαν στο πλοίο. Τον μετέφεραν με νοσοκομειακό στον Ευαγγελισμό. Εσωτερικό αιμάτωμα. Οι γιατροί έκαναν ότι μπορούσαν. Ο Παναγιώτης όμως έφυγε άδικα, τόσο νέος…..
Η Μαρίκα επέστρεψε στο νησί. Μαυροφορέθηκε άλλη μια φορά.
-Μανά θέλω να φύγουμε δεν με χωράει ο τόπος. Θέλω να πάμε στη Αθήνα να ζήσουμε.
Έτσι κι έγινε.
Ο αδερφός της ο Χρήστος  είχε τελειώσει πια το σχολείο. Βρήκε μια  καλή δουλεία στο λογιστήριο ενός εργοστασίου , και έγινε αυτός ο προστάτης της οικογένειας. Η Μαρίκα θέλησε να δουλέψει όμως δεν ήξερε γράμματα.
-Θα ανοίξω ένα μαγαζί με ρούχα είπε στη μάνα της. ένα ωραίο μαγαζί, μοντέρνο με έτοιμα ρούχα, στο Κολωνάκι. Είναι η καλύτερη περιοχή της Αθήνας. Θα δεις θα τα καταφέρω! Θα με βοηθήσει και Ο Χρήστος μας.
Σε πολύ μικρό διάστημα, έκανε τα εγκαίνια. Του έδωσε το όνομα
«Η ΚΟΚΕΤΑ»  Έφερε εμπορεύματα από την Ιταλία, ρούχα, φο μπιζού, καπέλα. Πελάτισσες της οι πιο πλούσιες, μοντέρνες Αθηναίες. Η Μαρίκα ήταν η βιτρίνα του μαγαζιού της πάντα καλοντυμένη, με κορμοστασιά και εμφάνιση μανεκέν. Όλα πήγαν όπως τα είχε σχεδιάσει. Δούλεψε σκληρά και πέτυχε. Ο Μανώλης της, σπούδασε δικηγόρος, παντρεύτηκε και η Μαρίκα έγινε γιαγιά δυο χαριτωμένων κοριτσιών, που την λάτρευαν.
Ο χρόνος όμως φέρθηκε σκληρά στην Μαρίκα. Λίγο – λίγο άρχισε να πιάνεται, τα χέρια της, τα πόδια της, η μέση της, αγκιλωτική αρθρίτιδα είπαν οι γιατροί. Άρχισε θεραπείες, μπάνια, μασάζ, κανένα αποτέλεσμα. Η κατάσταση της χειροτέρευε. Σε μικρό χρονικό διάστημα έπαψε να βγαίνει από το σπίτι. Το μπαστούνι είχε γίνει αναπόσπαστο μέλος της πια.
                                                         
      Ξανακοίταξε το πρόσωπό της στον καθρέφτη, αυτοί οι σκούροι λεκέδες της ηλικίας την ενοχλούσαν δεν μπορούσε να τους βλέπει… άφησε το μπαστούνι στην άκρη του κρεβατιού της, σκυφτά – σκυφτά πιάστηκε από την  άκρη της τουαλέτας , στάθηκε όρθια, πήρε την πούδρα και άρχισε να  ταμπονάρει  το πρόσωπό της,  μετά πέρασε λίγο κραγιόν στα χείλη της. Πάντα ένα ελαφρό βάψιμο ήταν το πρώτο μέλημά της κάθε πρωί που θα σηκωνόταν, την έκανε να νιώθει καλλίτερα .  
 « Ίσως έρθει κάποιος δεν θα πρέπει να με δει απεριποίητη», έλεγε,
μαζί με την καλημέρα της στον παλιό της φίλο, τον καθρέφτη της…
Ο κρυφός πόνος της καταστροφικής μανίας του χρόνου για την «κοκέτα» ήταν πληγή, μια πληγή αγιάτρευτη, μια πληγή που κάθε μέρα της έγλυφε την ψυχή και της ροκάνιζε τα σωθικά. Μα η Μαρίκα έπαιρνε δύναμη χαϊδεύοντας τις γραμμές του προσώπου της και αφήνοντας την φαντασία της να επιστρέφει στο αγαπημένο  παρελθόν. Στην εικόνα της γυναίκας που κρατούσε φυλαχτό, της γυναίκας που πάντα έβλεπε τον θαυμασμό ζωγραφισμένο στα μάτια όλων.

                                         Τ Ε Λ Ο Σ 

Δεν υπάρχουν σχόλια: