Η ΤΙΜΩΡΙΑ (πεζογράφημα)

Το να εκδόσεις καποιο βιβλίο θέλει χρηματα, και σημερα χρήματα δυστυχως δεν υπάρχουν για τέτοιες πολυτέλειες, γι αυτό σε οσους φίλους αγαπούν το διαβασμα αποφασισα να αναρτήσω ολα μου τα πεζά εδω... θα χαρώ να εχω τα σχόλια σας....Ευχαριστώ! Όλα ειναι κατοχυρωμένα!



             

                                                   Η ΤΙΜΩΡΙΑ

     
 Ντριιν!!!
Το τηλέφωνο της ενδοεπικοινωνίας που ήταν πάνω στο γραφείο της Νατάσσας χτύπησε . Εκείνη απάντησε πατώντας το κουμπί,
-Ναι.!
 Ήταν η φωνή της ιδιαιτέρας της
-Ο κύριος Ζαν σας ζητά στο γραφείο του.  
-Εντάξει έρχομαι αμέσως. 
Η Νατάσσα τεντώθηκε στην καρέκλα του γραφείου της . Κατόπιν μάζεψε τις σκόρπιες φωτογραφίες των μοντέλων που είχε μπροστά της, έσβησε το μισοτελειωμένο τσιγάρο της, και σηκώθηκε. Άνοιξε την πόρτα και κατευθύνθηκε προς το γραφείο του Ζαν.
        - Καλημέραα! Είπε χαρούμενα σέρνοντας τον τόνο της φωνής της . Τι κάνουμε σήμερά; Πρωινός βλέπω, πώς κι έτσι;
        Ο Ζαν ήταν μισοξαπλωμένος πάνω στην δερμάτινη πολυθρόνα πίσω από το τεράστιο τέλεια επιμελημένο και καλοσιγυρισμένο  γραφείο του. Μόλις είδε την Νατάσσα να μπαίνει μέσα ,σηκώθηκε την πλησίασε και παίρνοντας το χέρι της το φίλησε σαν τέλειος ιππότης.    
        - Κάθισε κορίτσι μου, όταν σε βλέπω μου φτιάχνεις τη μέρα, δεν στο ‘ χω πει! Ήπιες καφέ;
       - Ναι σ΄ ευχαριστώ
        - Νατάσσα , το Σάββατο πετάω για Μιλάνο. Θέλω να έρθεις μαζί μου. Η επίδειξη μόδας που θα γίνει εκεί σε αφορά .Θέλω να κλείσεις δυο μοντέλα δικά μας για την πασαρέλα.
       - Ζανώ μου αδύνατον, του είπε χαϊδευτικά.. Η μικρή έχει στο σχολείο γιορτή και πρέπει να πάω οπωσδήποτε. Της το έχω υποσχεθεί.
        - Μη μου το κάνεις αυτό, υπολογίζω στη δική σου παρουσία. Της είπε .
       Η Νατάσσα τον πλησίασε και αγγίζοντας του τη μύτη χαϊδευτικά του είπε
       - Αδύνατον γλυκέ μου πρέπει να μάθεις να ζεις και χωρίς εμένα . Θα πάρεις τα μοντελάκια που θα σου κλείσω και θα πας.
        Ο Ζαν ήταν ο καλός της άγγελος . Ο πατέρας που είχε χάσει εδώ και δώδεκα χρόνια. Ήταν εκείνος που της έδωσε κουράγια , δύναμη και στέγη για να μπορέσει να συνεχίσει να ζήσει και να αναστήσει την μικρή   της Στέφη, όταν κατέβηκε στην Αθήνα από το χωριό της και βρέθηκε ολομόναχη μ’ ένα παιδί στα σπλάχνα της μέσα σ’ αυτή τη ζού
                                               

      Οι ετοιμασίες για το Πάσχα είχαν αρχίσει. Ήταν Μεγαλοβδομάδα. Τα σχολεία είχαν κλείσει και η Τασούλα το είχε ρίξει στο διάβασμα. Δεν έπρεπε να χάσει ούτε ώρα . Έπρεπε να περάσει οπωσδήποτε στο πανεπιστήμιο για να κατέβει στην Αθήνα, το χωριό δεν την κρατούσε πια. Ήθελε να πάει κοντά στο Στέφανο, στον αγαπημένο της Στέφανο που πριν ενάμιση χρόνο σχεδόν ,είχε περάσει στη Νομική, είχε φύγει μακριά της . Τον έβλεπε μόνο τις γιορτές και το καλοκαίρι στις διακοπές. Είχαν μεγαλώσει μαζί, στην ίδια γειτονιά, είχαν περπατήσει στους ίδιους δρόμους, είχαν εξομολογηθεί τα όνειρά τους ο ένας στον άλλον και είχαν νιώσει το ίδιο σκίρτημα  του έρωτα στις καρδιές του.
Πριν φύγει ο Στέφανος για την Αθήνα , της είχε ζητήσει να ολοκληρώσουν την σχέση τους , να γίνει για πάντα δική του. Και εκείνη χωρίς αναστολές , χωρίς δεύτερη σκέψη το είχε δεχτεί . Ήταν η ζωή της, τον αγαπούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής της. Στη μικρή κλειστή επαρχιακή πόλη που ζούσε, όλοι λίγο πολύ ήξεραν το δεσμό τους . Μόνο ο πατέρας της δεν είχε ιδέα . Ήταν άνθρωπος παλαιών αρχών και δεν καταλάβαινε από έρωτες και κουραφέξαλα όπως έλεγε. Η μάνα της δεν είχε και πολύ λόγο μες το σπίτι « ότι πει ο πατέρας σου» έλεγε σε κάθε τι που η Τασούλα ζητούσε . Ήταν μοναχοκόρη, είχε δυνατό χαρακτήρα και πείσμα, ήθελε να πετύχει στη ζωή της και ήξερε ότι μόνο με τα γράμματα θα μπορούσε να πετύχει και προσπαθούσε να είναι καλή μαθήτρια , άριστη.
       Τελευταία τάξη του Λυκείου και τα όνειρά της θα γινόντουσαν αληθινά . Θα έφευγε επιτέλους από το χωριό. Η Αθήνα γι αυτήν ήταν κάτι μαγικό, έτσι την φανταζόταν. Με τον πατέρα της είχαν έρθει πολλές φορές σε σύγκρουση. Δεν ήθελε να την αφήσει να πάει μόνη της . Η Τασούλα είχε βάλει τον καθηγητή της να του μιλήσει και να τον πείσει Τα κατάφεραν με την συμφωνία ότι θα πήγαινε και η μάνα της μαζί.

-           Μάνα πάω στην εκκλησία . Φώναξε η Τασούλα.
Πήρε τη ζακέτα της και κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά χωρίς να περιμένει απάντηση.
« πρέπει να ήρθε ο Στέφανος» σκέφτηκε.
Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Θα περνούσε από το σπίτι του πριν πάει στην εκκλησία. Η μάνα του την αγαπούσε και έβλεπε με καλό μάτι τη σχέση τους. Άλλωστε η οικογένεια  της Τασούλας ήταν  από τις καλύτερες και τις πλουσιότερες του χωριού και η ίδια ένα πανέμορφο και καλό κορίτσι.
      -Κυρά Ελπίδα καλώς τα δέχτηκες. Άκουσε την γειτόνισσα να φωνάζει καθώς πλησίασε κοντά στο σπίτι του .
«Ήρθε , ήρθε» μονολόγησε και η καρδιά της άρχισε να χτυπά σαν τρελή. Θα ήταν μαζί για δεκαπέντε μέρες.
        Προχώρησε και σταμάτησε έξω από την αυλόπορτα . Η μητέρα του την καλωσόρισε.
-Καλησπέρα κυρία Ελπίδα, χρόνια πολλά , καλώς τα δέχτηκες της είπε η Τασούλα.
-Καλώς τα δεχτήκαμε κόρη μου, της είπε εκείνη και της έκλεισε πονηρά το μάτι. Πέρασε μέσα.
-Όχι! Όχι! Πείτε στο Στέφανο θα τον δω στην εκκλησία είπε και ένιωσε τα μαγουλά της να πετούν φλόγες.
Απομακρύνθηκε με γρήγορα βήματα και η κυρία Ελπίδα την καμάρωνε.
« Τι όμορφο κορίτσι που έγινε, στητό σαν λαμπάδα, ψηλό, με τα ξανθά της μαλλιά να πέφτουν σαν χείμαρρος στην πλάτη της…» την έφτυσε να μη τη  βασκάνει και μπήκε μέσα στο σπίτι.
Ο Στέφανος ήταν ξαπλωμένος στο μικρό ντιβανάκι του δωματίου.
- Σήκω αγόρι μου , μόλις τώρα πέρασε η Τασούλα , πάει στην εκκλησία , θα σε περιμένει εκεί .. Άντε σήκω!
Ο Στέφανος σηκώθηκε . Πήγε στο νιπτήρα και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του . Ήταν ψηλός με μαύρα σγουρά μαλλιά , που τα είχε αφήσει να μακρύνουν από τότε που πήγε στην Αθήνα, με μουσάκι φοιτητικό και αέρα πρωτευουσιάνικο. Τώρα πια ξεχώριζε από τα άλλα συνομήλικά  του αγόρια του χωριού.
       Φόρεσε ένα λευκό πουκάμισο, τζιν παντελόνι και ένα δερμάτινο σακάκι .
-Μάνα φεύγω!
-Στο καλό αγόρι μου είπε η κυρία Ελπίδα και τον σταύρωσε καθώς έβγαινε από την πόρτα. Ήταν το καμάρι της.

Στον περίβολο της εκκλησίας ήταν μαζεμένα όλα τα παιδιά και γελούσαν λέγοντας διάφορα αστεία και πειράζοντας ο ένας τον άλλον. Μόλις έφτασε ο Στέφανος μονοπώλησε το ενδιαφέρον όλων. Σε κάποια στιγμή έσκυψε στην Τασούλα .
-Θα σε περιμένω πίσω από την μάντρα του Ντάνου . της είπε.
        Η Τασούλα μετά από λίγο ξέφυγε από την συντροφιά. Όταν έφτασε στο σημείο του ραντεβού τους ο Στέφανος ήταν ήδη εκεί. Έπεσε στην αγκαλιά του, φιλήθηκαν αμέτρητες φορές  πριν μιλήσει ο ένας στον άλλον. Μιλούσαν τα χείλη τους, τα κορμιά τους, τα μάτια τους.
       -Στέφανε  πόσο μου λείπεις!  Ψιθύρισε η Τασούλα με κομμένη σχεδόν την ανάσα της από τον πόθο.
       - Κι εμένα καρδιά μου είπε ο Στέφανος .  Δεν έβλεπα την ώρα να σε σφίξω στην αγκαλιά μου .  Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ!!!
        Τα χέρια του  ανεβοκατέβαιναν στο κορμί της ,την χάιδευαν με πάθος και το ίδιο παθιασμένα ανταποκρινόταν και εκείνη στο άγγιγμά του.  
       Ο αχυρώνας δίπλα στη μάντρα, έγινε η ερωτική φωλιά τους εκείνο τα βράδυ.

        Η περίοδος των εξετάσεων έφτασε. Η Τασούλα δεν ένιωθε πολύ καλά τον τελευταίο καιρό. Κάτι ζαλάδες, κακό στομάχι… Από το άγχος θα ‘ναι της έλεγε η μάνα της. Άμα με το καλό τελειώσεις θα περάσουν όλα.
       Ένα πρωί όμως καθώς σηκώθηκε από το κρεβάτι, της ήρθε μια σβυσμάρα  κι έπεσε κάτω. Ο πατέρας της ανησύχησε
-Να το πας το παιδί στο γιατρό. Είναι χλωμό κι αδύνατο. Είπε στη γυναίκα του. Άντε μη μας βρει καμιά συμφορά. Δεν τη βλέπεις που δεν έχει όρεξη;
Το άλλο πρωί κιόλας ξεκίνησαν με τη μάνα της να πάνε στο γιατρό. Η Τασούλα έτρεμε. Αν ήταν αυτό που φοβόταν; Τι θα έκανε;
Ο φόβος της δεν άργησε να βγει αληθινός. Ο γιατρός διέγνωσε εγκυμοσύνη. Και κεραυνός να είχε πέσει πάνω στο κεφάλι της μάνα της δεν θα την είχε αποσβολώσει έτσι. Έχασε το χρώμα της , έχασε τη μιλιά της , έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της . Το μόνο που μπόρεσε να ψελλίσει ήταν «ποιος;»
        Στην επιστροφή, η Τασούλα δεν έβγαλε ούτε μια λέξη από το στόμα της. Τα δάκρυα κυλούσαν στα μαγουλά της και χιλιάδες σκέψεις έτρεχαν στο μυαλό της . Έπρεπε να ειδοποιήσει τον Στέφανο. Εκείνος θα της έλεγε τι θα έκαναν. Όταν έφτασαν στο σπίτι  έτρεξε και κλειδώθηκε στην κάμαρά της . Το μεσημέρι ή μάνα της θα το έλεγε στον πατέρα της.
       Άστραψε και βρόντηξε ο κυρ-Αντώνης μόλις έμαθε τι είχε συμβεί. Αυτός που ήθελε πάντα να περπατάει με το κεφάλι ψηλά, με το μέτωπο καθαρό, που ήθελε την κόρη του υπόδειγμα , ντροπιάστηκε.
Χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι και φώναξε
-Να φύγει, δεν έχω πια κόρη. Με ξεφτίλισε. Να μαζέψει τα πράγματά της και να φύγει. Ποιος ξέρει με ποιόν πήγε κι έβγαλε τα μάτια της.
Η Τασούλα είχε κουρνιάσει στο κρεβάτι της και έτρεμε. Τον φοβόταν τον πατέρα της από μικρό παιδί. Τον φοβόταν και τον αγαπούσε. Άκουσε την αυλόπορτα να κλείνει με δύναμη και ταυτόχρονα την πόρτα της κάμαράς της να χτυπά . Σηκώθηκε και άνοιξε.
-Φωτιά που μας άναψες! Είπε κι άρχισε να συγυρίζει νευρικά το δωμάτιο παίρνοντας  ένα  ρούχο από τη μια μεριά και πηγαίνοντας στο στην άλλη. Τι να κάνω τώρα ; πώς να μερέψω το θεριό; Τόσα όνειρα είχαμε κάνει για σένα. Γιατί μας το ‘κανες αυτό; Ποιος είναι πες μου.
       Η Τασούλα δεν μιλούσε μόνο σκεφτόταν πώς θα ειδοποιούσε τον Στέφανο. Έπρεπε να τον πάρει τηλέφωνο.
      Όταν ξαναγύρισε ο πατέρας της είχε νυχτώσει. Κάτι πήγε να του πει η μάνα της μα δεν την άφησε.
-Να φύγει. Αύριο το πρωί να φύγει!!!
Η Τασούλα κατάλαβε πως αυτό που έλεγε το εννοούσε. Η πίκρα της είχε σταθεί  κόμπος στο λαιμό. Σηκώθηκε πήρε ένα μικρό σακίδιο έβαλε μέσα τα πράγματά της και σ’ ένα χαρτί έγραψε
« Σας αγαπώ. Ίσως ξαναβρεθούμε».
Περίμενε να πάνε για ύπνο και σιγά σιγά σαν κλέφτης, άνοιξε την πόρτα και έφυγε μέσα στη νύχτα.    
                                                



Φτάνοντας στην Αθήνα πήρε αμέσως τηλέφωνο τον Στέφανο.
-Στέφανε μόλις έφτασα στην Αθήνα . Είμαι στον σταθμό, δεν ξέρω που να πάω…Η φωνή της έτρεμε.
- Τι συμβαίνει ; τη ρώτησε ανήσυχος .
- Θα σου εξηγήσω….
- Περίμενέ με, έρχομαι αμέσως. Κοίταξε το ρολόι του ήταν πέντε το πρωί. Προσπάθησε να σκεφτεί τι μπορεί να είχε συμβεί και η Τασούλα ήταν στην Αθήνα. Βγήκε στο δρόμο, πήρε ένα ταξί και σε είκοσι λεπτά ήταν στον σταθμό. Η Τασούλα τον περίμενε φοβισμένη. Νόμιζε πως πέρασε ένας αιώνας μέχρι να τον δει να φτάνει. Με το ίδιο ταξί επέστρεψαν στο σπίτι του Στέφανου. Σε όλη τη διαδρομή η Τασούλα δεν βρήκε το θάρρος να του πει τι είχε συμβεί , μόνο είχε πέσει στην αγκαλιά του και έκλαιγε. Ο Στέφανος την χάιδευε γεμάτος απορία περιμένοντας να μάθει.
- Στέφανε, ο πατέρας μου με έδιωξε από το σπίτι. ψέλλισε, τον τελευταίο καιρό δεν ήμουν καλά. Είχα ζαλάδες, εμετούς και με την μάνα μου πήγαμε στο γιατρό… Είμαι έγκυος Στέφανε.
Τα τελευταία λόγια τα είπε σκύβοντας το κεφάλι, δεν ήθελε να δει την έκπληξη στα μάτια του. Ακούγοντας την ο Στέφανος, νόμισε πως έσκασε μια βόμβα μέσα στο κεφάλι του.
-Δεν είναι δυνατόν! Ψιθύρισε.
  Τραβήχτηκε από κοντά της . Πήγε προς το παράθυρο και για αρκετή ώρα έμεινε σαν χαμένος κοιτώντας έξω. Η Τασούλα έκλαιγε βουβά.
Όταν συνήλθε ο Στέφανος, πήγε στη κουζίνα της μικρής του γκαρσονιέρας  και έφτιαξε δυο καφέδες.
-Έλα! Έλα να πιεις ένα καφέ και θα δούμε τι θα κάνουμε. Της είπε. Πάρε ένα τσιγάρο.
Η Τασούλα δεν κάπνιζε. Όμως το πήρε. Με την πρώτη ρουφηξιά ένιωσε το στομάχι της να ανακατεύεται. Έτρεξε στην τουαλέτα . Ακούγοντας τον θόρυβο ο Στέφανος, μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του. Ξαφνικά αισθάνθηκε την παρουσία της σαν ένα θηρίο που ήρθε να του ρουφήξει το αίμα . Δεν είχε καν το κουράγιο να την ρωτήσει αν ήταν καλά , αν ήθελε βοήθεια.
Η φοιτητική του ζωή κυλούσε τόσο όμορφα…και τώρα ήρθε εκείνη σαν μικρή μάγισσα να την αναστατώσει, να φέρει τα πάνω κάτω. Όχι δεν έπρεπε να γίνει αυτό. Τι θα έλεγε στους γονείς του, στους φίλους του. Τι θα γινόταν η καριέρα του. Πήρε το μπουφάν του, άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Νόμιζε ότι πνιγόταν , είχε ανάγκη από καθαρό αέρα. Έπρεπε να σκεφτεί.
Η Τασούλα  όταν έμεινε μόνη της  κατάλαβε βλέποντας την αντίδραση του Στέφανου, πως η ζωή της είχε γίνει συντρίμμια και τα  όνειρά της , άπιαστα πουλιά. Από δω και μπρος , ήταν μόνη, ολομόναχη, με ένα μωρό στα σπλάχνα της. Έπεσε στο κρεβάτι κλαίγοντας με αναφιλητά Χωρίς να το καταλάβει την πήρε ο ύπνος.
Ήταν πια μεσημέρι όταν επέστρεψε ο Στέφανος . Την βρήκε να κοιμάται. Κοιτάζοντας την αναρωτήθηκε αν την αγαπούσε πραγματικά. Αν αυτός ο εφηβικός , νεανικός έρωτας, του είχε περάσει. Άλλωστε όσο καιρό ήταν στην Αθήνα , όλο και κάποιες ψιλογνωριμίες και σχέσεις είχε κάνει με συμφοιτήτριές του .
       Πλησίασε κοντά της . Της χάιδεψε τα μαλλιά.
-Τασούλα σήκω είναι μεσημέρι. Πάμε να φάμε κάτι και          να συζητήσουμε.
            ¨Περπατώντας στον δρόμο, η Τασούλα ένιωσε την Αθήνα αφιλόξενη. Καθίσανε σε ένα fast food . Δεν είχε όρεξη για φαγητό, προτίμησε να πάρει μια σαλάτα..
-Τασούλα άκουσέ με , πρέπει να πάρουμε γρήγορα μιαν απόφαση. Πήγα και βρήκα ένα φίλο μου , είχε κι αυτός μια παρόμοια περιπέτεια. Μου είπε ότι έχει ένα γνωστό γιατρό, πολύ καλό που θα μας βοηθήσει. Σε μια -δυο ωρίτσες το πολύ όλα θα έχουν τελειώσει. Θα γυρίσεις πίσω και θα τους πεις ότι  είχε γίνει λάθος. Δεν πρέπει να αφήσεις το σχολείο σου … Σκέψου τι θα λένε στο χωριό… Άλλωστε μόλις τελειώσεις και ξανακατέβεις στην Αθήνα πάλι μαζί θα είμαστε. Σκέψου τα όνειρά μας , την καριέρα μου , τους γονείς μας… Εγώ θα κοιτάξω να βρω τα χρήματα που θα μας χρειαστούν. Σ΄ αγαπώ και το ξέρεις .
         Η Τασούλα τον άκουγε χωρίς να μιλάει .
- Πες μου σε παρακαλώ, συμφωνείς; Την ρώτησε
      Εκείνη πάλι δεν μίλησε . Άλλωστε τι να έλεγε , μήπως μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Έπρεπε να συμφωνήσει με την απόφασή του.

        Όλη την νύχτα δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Βλέποντας τον Στέφανο να κοιμάται δίπλα της , απορούσε πως ήταν δυνατόν να έχει τόσο ήσυχη την συνείδησή του.
       Το πρωί εκείνος σηκώθηκε πρώτος . Ντύθηκε βιαστικά, την φίλησε και φεύγοντας της είπε.
-Θέλω να μου έχεις εμπιστοσύνη. Φροντίζω για το καλό και των δυο μας . Θα βρω τον γιατρό και θα κλείσω ένα ραντεβού μαζί του. Ίσως το απόγευμα όλα να έχουν τελειώσει. Θα φέρω κάτι να φάμε το μεσημέρι απ’ έξω . Να με περιμένεις.
      Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω του , η Τασούλα  σηκώθηκε Έκανε ένα χλιαρό μπάνιο, ντύθηκε και βγήκε. Περπάτησε χαζεύοντας τις βιτρίνες και βάζοντας σημάδια για το δρόμο της επιστροφής . Προσπαθούσε να διώξει κάθε σκέψη από το μυαλό της . Η αντιμετώπιση  του Στέφανου την είχε τρομάξει Βρήκε πολύ κυνική την συμπεριφορά του, πολύ ψυχρή την λογική του.
« Πόσο πολύ έχει αλλάξει, θεέ μου» ! σκέφτηκε. Δεν μπορεί να είναι αυτός ο Στέφανος που τόσο πολύ αγαπούσε , που έκανε τόσα όνειρα , που ήταν το Α και το Ω στη ζωή της . Πώς θα ξαναγύριζε πίσω , πως θα αντίκρίζε τον πατέρα της , ποιος θα την πίστευε; ‘Όχι δεν είχε μούτρα να γυρίσει. Αν εκείνος το έβλεπε εύκολο για κείνη ήταν αδύνατον. Έπρεπε να σκεφτεί κάτι , να αποφασίσει μόνη της . Ο Στέφανος είχε γίνει θολή εικόνα μέσα στο μυαλό της .

-Όλα τακτοποιήθηκαν της είπε χαρούμενος μόλις γύρισε το μεσημέρι. Βρήκα και τα χρήματα από ένα φιλαράκι, έβγαλε ένα μάτσο χαρτονομίσματα και τα ακούμπησε επάνω στο γραφείο του, και  έκλεισα ραντεβού με το γιατρό για αύριο το πρωί.
          Την πήρε στην αγκαλιά του.
-Δεν θέλω να το βλέπω το κορίτσι μου στενοχωρεμένο. Εγώ είμαι εδώ! Θα δεις όλα θα πάνε καλά και απλά θα είναι σαν να ζήσαμε ένα κακό όνειρο για λίγο, έναν εφιάλτη.
          Η Τασούλα ξέφυγε από την αγκαλιά του και παίρνοντας την σακούλα  με το φαγητό , πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει το τραπέζι.
 - Κοριτσάκι, εγώ θα πεταχτώ μέχρι την σχολή, εσύ ξάπλωσε και το βράδυ θα σε ξεναγήσω στην πρωτεύουσα,. της είπε χαριτολογώντας μόλις  τελειώσανε και ανοίγοντας την πόρτα έφυγε σχεδόν τρέχοντας.
        Οι τελευταίες του λέξεις την έκαναν να νιώσει αηδία. Η ματιά της έπεσε πάνω στο γραφείο . Τα χρήματα που είχε φέρει ο Στέφανος , ήταν εκεί. Χωρίς δεύτερη σκέψη , τα πήρε , τα έβαλε στην τσάντα της , και έφυγε σαν να την κυνηγούσαν .Τώρα ήξερε πως έπρεπε να αντιμετωπίσει τη ζωή της ολομόναχη. Δεν έπρεπε να κλαίει τη μοίρα της .
« Θεέ μου δώσ’ μου δύναμη» ψέλλισε.

       Η πρώτη της σκέψη ήταν  να βρει ένα μέρος να μείνει και κατόπιν μια δουλειά.
       Ζήτησε καταφύγιο σε ένα μικρό ξενοδοχείο στην Πλάκα. Η ιδιοκτήτρια  την κοίταξε  περίεργα , μόλις ζήτησε ένα δωμάτιο.
-Σας συμβαίνει τίποτα δεσποινίς; Τη ρώτησε καθώς την είδε χλωμή και φοβισμένη.
-Οοχι!!  Απλά  δεν γνωρίζω την Αθήνα και… θα ήθελα ένα δωμάτιο.
-Την ταυτότητά σας μου δίνετε.
-    Ναι! Είπε η Τασούλα με σιγανή φωνή. Ορίστε.
-    Α! Είστε ανήλικη δεν μπορώ να σας εξυπηρετήσω. Λυπάμαι.
-Σας παρακαλώ . Βοηθήστε με είπε με μάτια  γεμάτα απελπισία η Τασούλα.
Η ξενοδόχος την πήρε στο σαλόνι.
-Κάθισε εδώ . Πως σε λένε . Πες μου τι σου συμβαίνει.
        Η Τασούλα μη μπορώντας να κάνει αλλιώς διηγήθηκε στην κυρία Θεανώ{ έτσι την έλεγαν} την ιστορία της .
-Άκουσέ με κορίτσι μου , δύσκολο δρόμο διάλεξες. Ίσως το παλικάρι να είχε δίκιο. Η Αθήνα είναι θεριό, έτοιμο να σε κατασπαράξει. Δεν θα τα καταφέρεις . Ξανασκέψου τι πας να κάνεις και γύρισε πίσω στους δικούς σου. Μια κακιά στιγμή ήταν . Κανένας γονιός δεν θέλει το κακό του παιδιού του . Έχω κι εγώ κόρη στην ηλικία σου. Να ξέρεις ότι τώρα θα έχουν τρελαθεί από την αγωνία τους και θα σε ψάχνουν παντού. Εγώ, θα σε κρατήσω να κοιμηθείς εδώ απόψε , όμως, θα μου υποσχεθείς ότι θα τους τηλεφωνήσεις  και θα τους πεις πως είσαι καλά. Μάνα είμαι και ξέρω.
        Η Τασούλα κράτησε την υπόσχεση που έδωσε στην κυρία Θεανώ. Μίλησε με την μητέρα της  και με αποφασιστικότητα της είπε πως θα έμενε οριστικά στην Αθήνα και θα επικοινωνούσε μαζί της συχνά. Εκείνη της ζήτησε να γυρίσει πίσω όμως η Τασούλα ήταν ανένδοτη. Άλλωστε η ενηλικίωσή της ήταν θέμα ημερών .
       Η κυρία Θεανώ την κράτησε κοντά της σαν σερβιτόρα στο μπαρ του ξενοδοχείου

        Είχαν περάσει δυο μήνες η Τασούλα ένοιωθε ότι ξαναβρήκε τον εαυτό της, είχε στέγη και δουλειά.
        Ένα πρωί η κυρία Θεανώ την φώναξε στο γραφείο της
-Τασούλα , ξέρεις πόσο σε εκτιμώ. Είσαι καλό κορίτσι και άξιο. Όμως ο καιρός περνάει και στην κατάστασή σου δεν μπορείς και δεν πρέπει να εργάζεσαι στο μπαρ. Με καταλαβαίνεις. Ίσως θα πρέπει να κοιτάξεις για κάποια άλλη δουλειά  … θα έχω κι εγώ το νου μου…
      Τα λόγια της κυρίας Θεανούς την έκαναν να παραλύσει. Κούνησε το κεφάλι της
-Σας καταλαβαίνω, είπε με σβησμένη φωνή.
Βγήκε από το ξενοδοχείο σαν υπνωτισμένη. Περπάτησε ώρα πολύ μέχρι που κουράστηκε. Δεν ήξερε που πήγαινε . Δεν ήθελε να γυρίσει πίσω. Μπήκε στο πρώτο λεωφορείο και κατέβηκε στην παραλία. Κοιτώντας την θάλασσα ένιωσε μια ηρεμία μέσα της . Χάιδεψε την κοιλιά της και πήρε δύναμη από το σπλάχνο της
« Θα τα καταφέρουμε. Μy baby
Κατέβηκε από το πεζοδρόμιο προσπαθώντας να διασχίσει την λεωφόρο. Ένας θόρυβος και ένας δυνατός πόνος στο στήθος της ήταν τα μόνα που θυμόταν όταν άνοιξε τα μάτια της στο κρεβάτι του νοσοκομείου.
-Που βρίσκομαι; Το μωρό μου! Μουρμούρισε.
      Μια νοσοκόμα την καθησύχασε.
-Μην ανησυχείς όλα είναι καλά!
-Το μωρό μου! Είπε η Τασούλα σφίγγοντας της το χέρι.
-Και το μωρό σας μια χαρά είναι. Είχατε ένα μικρό ατύχημα Δώστε μου αν θέλετε ένα τηλέφωνο να ειδοποιήσω τους δικούς σας..
-Δεν χρειάζεται , είπε ψυχρά.
       Εκείνη την στιγμή μπήκε μέσα στο δωμάτιο ένας γκριζομάλλης κύριος λίγο παχουλός , κρατώντας ένα μπουκέτο τριαντάφυλλά κατακόκκινα. Πλησίασε κοντά της.
-Τι κάνει η μικρή μας απρόσεκτη, που δεν θα συγχωρούσα ποτέ τον εαυτό μου αν έκανα έστω και μια  γρατσουνιά  σ’ αυτό το θεϊκό προσωπάκι, είπε και κόβοντας ένα τριαντάφυλλο από το μπουκέτο , της το πρόσφερε αφήνοντας τα υπόλοιπα στα πόδια της.
       Είχε μια τόσο γλυκιά φωνή γεμάτη καλοσύνη, που έκανε την Τασούλα, παρ’ όλο που πονούσε να χαμογελάσει.
-Να σας συστηθώ. Γιάννης Κορρές. Οι φίλοι μου με φωνάζουν Ζανώ Σχεδιαστής μόδας.
-Ο …. Ο Ζανώ , ο γνωστός σχεδιαστής…. Των περιοδικών, της τηλεόρασης;… είπε γεμάτη έκπληξη.
-Αυτοπροσώπως μικρή μου. Ήρθα να σε μαλώσω για το κακό που παρ’ ολίγο να κάνεις στον εαυτό σου και στην ψυχούλα που κουβαλάς μέσα σου. Τι είπε ο ευτυχής μπαμπάς του μωρού;
Το βλέμμα της Τασούλας σκοτείνιασε.
-Τι συμβαίνει μικρή μου; Είπα κάτι που σε στεναχώρεσε; Θέλω να πεις στην οικογένεια σου ότι όλα τα έξοδα του νοσοκομείου θα τα αναλάβω εγώ και ό,τι άλλο χρειαστεί.
       Η Τασούλα ξέσπασε σε κλάματα. Ο Ζανώ την κοίταξε γεμάτος έκπληξη.
- Δεν υπάρχει οικογένεια, δεν υπάρχει πατέρας, δεν υπάρχει τίποτα. Είπε. Μόνο εγώ, εγώ και το παιδί μου. Και ίσως θα ήταν καλύτερα τώρα να μην υπήρχα.
       Η φωνή της ήταν γεμάτη απελπισία
      -  Συγχωρέστε με , εσείς δεν φταίτε σε τίποτα. Ξαναείπε.
      Ο Ζανώ της χάιδεψε τρυφερά το χέρι .
- Μικρή μου ηρέμησε , όλα θα πάνε καλά. Θα έρθω πάλι αύριο και τα λέμε. Της έσφιξε το χέρι, σαν να ήθελε να της δώσει κουράγιο και γεμάτος απορία βγήκε από το δωμάτιο.
      Φεύγοντας, ρώτησε την νοσοκόμα και όντως τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε κανένας δικός της.
  Πέρασαν δύο ημέρες ο Ζανώ δεν είχε φανεί. Ο γιατρός που την παρακολουθούσε, της είπε, ότι σήμερα μπορούσε να φύγει.
  « Να φύγω , να πάω που; Σκέφτηκε, πρέπει να τηλεφωνήσω στην κυρία Θεανώ. Δεν πρέπει να ξέρει που βρίσκομαι, πως θα γυρίσω πίσω; Ένιωθε σαν χαμένη.
       Σηκώθηκε, ντύθηκε και πήγε προς το παράθυρο. Βλέποντας όλη την Αθήνα μπροστά της κατάλαβε ότι ήταν σε κάποιο ψηλό κτήριο.
       «Μια απέραντη θολή τσιμεντούπολη, κι εγώ ένα μικρό κιτρινισμένο φύλλο που έπεσε από κάποιο δέντρο και ο άνεμος το παρασέρνει εδώ κι εκεί» Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
        Η πόρτα του δωματίου της άνοιξε. Ο Ζανώ μπήκε μέσα χαμογελαστός.
- Καλημέρα μικρή μου Βλέπω είσαι ήδη έτοιμη. Πως είπαμε σε λένε;
- Τασούλα!
- Εγώ θα σε φωνάζω Νατάσσα, νομίζω σου πάει καλύτερα Έλα μπορούμε τώρα να φύγουμε.
       Η Τασούλα δεν βρήκε την δύναμη να τον ρωτήσει πού; Πώς; Γιατί; Τον ακολούθησε δείχνοντας του εμπιστοσύνη, άλλωστε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει;
       Ο Ζανώ ήταν ένας επιτυχημένος σχεδιαστής μόδας από τους πιο γνωστούς . Είχε φτάσει στην ηλικία των πενήντα χρόνων, χωρίς να έχει φτιάξει δική του οικογένεια. Όλη του την αγάπη την είχε δώσει στη δουλειά του. Υπήρχαν στιγμές που ένιωθε να μετανιώνει γι αυτό. Όμως πάντα φευγαλέα. Η ζωή του ήταν γεμάτη από φίλους ,δεξιώσεις, ξενύχτια διασκέδαση, επιδείξεις μόδας.
- Νατάσσα το σπίτι μου είναι εδώ κοντά. Θα πάμε να ξεκουραστείς. Θέλω να μιλήσουμε. Απορώ πώς μια τόσο όμορφη κοπέλα σαν κι εσένα είναι δυνατόν, να είναι μόνη της, χωρίς οικογένεια, χωρίς σπίτι, με ένα μωρό που σε λίγους θα γεννηθεί…δεν ξέρω έχω μείνει έκπληκτος. Σου ζητώ να με δεις σαν πατέρα σου και να μου ανοίξεις την καρδιά σου.

   Το σπίτι του Ζανώ ήταν θεϊκό. Η Τασούλα δεν είχε ξαναδεί ποτέ σπίτι τόσο καλόγουστο, τόσο μεγάλο, ένιωσε σαν να μπήκε σ’ ένα παλάτι. Θέλησε να φανεί αντάξια του χώρου, δυνατή. Όχι δάκρυα, όχι κλάματα. Ίσως ο Ζανώ να ήταν ο καλός της άγγελος. Του είπε με κάθε λεπτομέρεια  τι της είχε συμβεί, πως η ζωή της είχε φτάσει να γίνει συντρίμμια και η καρδιά της να ραγίσει. Δεν ήθελε πια κανέναν. Το χωριό της και τον Στέφανο, τους είχε ξεγράψει.
-Θα σου κάνω μια πρόταση μικρή μου, εσύ θα αποφασίσεις. Έχω μια  εξοχική κατοικία στην Πάρο, δεν πηγαίνω πολύ συχνά, την φροντίζουν, ένα ζευγάρι από το νησί,  καλοί άνθρωποι, χρειάζονται βοήθεια , Τι θα έλεγες αν πήγαινες να μείνεις κοντά τους, μέχρι να γεννήσεις με το καλό και ύστερα βλέπουμε. Νομίζω είναι μια πολύ καλή ιδέα. Άλλωστε ο Σεπτέμβριος είναι ο καλύτερος μήνας για διακοπές . Ίσως έρθω και εγώ για λίγες μέρες.
-Κύριε Ζανώ δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω όμως …εγώ δεν….
-Μη σε νοιάζει για τίποτα , την διέκοψε εκείνος, δεν σου είπα να με δεις σαν πατέρα σου. Ε! λοιπόν αυτό να κάνεις. Θα ήμουν άλλωστε πολύ περήφανος αν είχα μια κόρη τόσο όμορφη όσο εσύ.
       Η Τασούλα δεν πίστευε στην καλή της τύχη. Έπεσε στην αγκαλιά του Ζανώ .
- Δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό που μου συμβαίνει είπε.
                                      


Μετά μια εβδομάδα κατέβηκαν στο νησί. Βλέποντας τη βίλα  του Ζανώ η {Νατάσσα πια} δεν μπόρεσε να κρύψει τον ενθουσιασμό της. Μια ολόλευκη υπέροχη κατοικία με θέα το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου. Ο κήπος και η πισίνα της θύμισαν σκηνή από κινηματογραφική ταινία. Και τώρα θα ήταν  εκείνη  ηρωίδα σ’ αυτό το υπέροχο παραμύθι . Ο Ζανώ την γέμισε ρούχα, καλλυντικά, δώρα που ούτε στα πιο τρελά της όνειρα δεν είχε φανταστεί.
       Οι μήνες περνούσαν , η εγκυμοσύνη της Νατάσσας κυλούσε ομαλά . Ο Ζανώ είχε κατέβει αρκετά Σαββατοκύριακα φέρνοντας μαζί του φίλους  για να γνωρίσουν την προστατευόμενή του και το βαφτιστήρι του που περίμενε με την ίδια λαχτάρα της Νατάσσας.
       Μια βδομάδα πριν γεννήσει ανέβηκε στην Αθήνα, ο Ζανώ είχε κανονίσει τα πάντα. Είχε εύκολη γέννα , και μέσα σε λίγες ώρες, μια χαριτωμένη κορούλα έσφιγγε στην αγκαλιά της.
                                            V
      Η Νατάσσα έμεινε στο νησί τέσσερα χρόνια. Δεν ήθελε να γυρίσει στην Αθήνα. Εκεί έκαναν και την βάφτιση της μικρής . Η Νατάσσα θέλησε να την ονομάσει Στεφανία, έτσι για να έχει κάτι από τον πατέρα της που ίσως να μην γνώριζε ποτέ.  Ο Ζανώ οργάνωσε ένα γλέντι που μιλούσε όλο το νησί για καιρό.  Όλοι οι επώνυμοι της  αθηναϊκής κοινωνίας ήταν καλεσμένοι του. Ένοιωθε πολύ ευτυχισμένος.  Είχε αποκτήσει μια οικογένεια.  Συχνά πυκνά ζητούσε από την Νατάσσα ν΄ ανεβεί στην Αθήνα, ν’ αναλάβει ένα μέρος από την επιχείρηση του και σιγά- σιγά να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Ήταν τόσο νέα ακόμα.  Σίγουρα είχε ανάγκη από έναν καινούργιο έρωτα, μια σχέση που θα την έκανε ν΄ ανοίξει πάλι τα φτερά της. Να νιώσει γυναίκα.  Εκείνη είχε αρνηθεί. Ήθελε να μεγαλώσει το παιδί της μόνη της   Η μικρή Στέφη λάτρευε το νονό της και εκείνος δεν της χαλούσε κανένα χατίρι. Μάλιστα ανεβοκατέβαινε στο νησί σχεδόν κάθε βδομάδα για να είναι μαζί τους όσο γινόταν συχνότερα 
-Ζανώ τώρα που η μικρή ξεπετάχτηκε,  αποφάσισα να δεχτεί την πρότασή σου . Θα ανέβω μαζί σου στην Αθήνα .
-Ω! Μικρή μου με κάνεις τόσο ευτυχισμένο. Αυτή είναι η απόφαση που περίμενα να πάρεις τόσο καιρό της είπε και παίρνοντας τα χέρια της μέσα στα δικά του τα φίλησε τρυφερά.  Την αγαπούσε σαν πραγματική του κόρη.
Μπήκε γρήγορα στο πνεύμα της δουλειάς και σε λίγο καιρό έγινε  η ψυχή της επιχείρησης .
                                           



Πέρασαν δώδεκα χρόνια. Τώρα η Νατάσσα ήταν μια γυναίκα ανεξάρτητη, γεμάτη ενέργεια, δύναμη. Το μικρό πληγωμένο κορίτσι με την απελπισία ζωγραφισμένη στο βλέμμα, είχε χαθεί για πάντα.   Σπάνια έκανε flash back στο παρελθόν. Με τους γονείς της, μιλούσε κατά διαστήματα στο τηλέφωνο. Η μητέρα της την παρακαλούσε να πάει στο χωριό να δει το εγγονάκι της.  Όμως εκείνη αρνιόταν. Πίστευε ότι αυτή ήταν η τιμωρία τους. Τα σημάδια της δεν είχαν σβήσει ακόμα.
                Η Στέφη, αυτή τη χρονιά τέλειωνε το δημοτικό. Το σχολείο της έκανε γιορτή για το τέλος της σχολικής  χρονιάς  Τα παιδιά με την βοήθεια των δασκάλων είχαν ετοιμάσει διάφορα σκετσάκια και ποιήματα Η Νατάσσα παρ’ όλο που είχε πολύ φορτωμένο πρόγραμμα ακύρωσε τα πάντα προκειμένου να βρεθεί στη χαρά της κορούλας της. Όταν έφτασε, η γιορτή είχε ήδη αρχίσει. Κάθισε πίσω στα τελευταία καθίσματα και παρακολουθούσε την εκδήλωση.  Στο διάλειμμα σηκώθηκε και βγήκε για ένα τσιγάρο. Ήταν η στιγμή που έχασε τη γη κάτω από τα πόδια της.  Δυο γνώριμα μάτια είχαν καρφωθεί στα δικά της Τα μάτια του Στέφανου την κοιτούσαν με  ένα τρόπο που έδειχνε σαν να μην ήταν σίγουρος πως ήταν αυτή. Άλλωστε εκείνος θυμόταν ένα δειλό φοβισμένο πλάσμα και έβλεπε μπροστά του μια όμορφη μοντέρνα γυναίκα γεμάτη αυτοπεποίθηση . Δεν ήταν μόνος, μια κοπέλα τον κρατούσε αγκαζέ και ένα ζευγάρι ηλικιωμένων συζητούσε μαζί τους.
Τα παιδιά άρχισαν να καταφθάνουν, αναζητώντας τους γονείς τους.
-Μαμά, μαμά! Φώναξε η Στέφη και έτρεξε κοντά της .
-Πως σου φανήκαμε ; Εγώ θα βγω στο δεύτερο μέρος
       Βλέποντάς την ο Στέφανος γούρλωσε τα μάτια του γεμάτος έκπληξη.  Σίγουρα, στο πρόσωπό της, είδε τον Στέφανο μικρό. Έμοιαζαν τόσο πολύ… Αυτή του η έκπληξη έκανε τη Νατάσσα να ξαναβρεί την αυτοπεποίθηση της.  Πήρε την μικρή από το χέρι και πήγαν προς το κυλικείο του σχολείου.
        Όταν τελείωσε η γιορτή ήταν σίγουρη ότι ο Στέφανος είχε δει την κόρη του να απαγγέλλει το ποίημά της.  Δεν μπορούσε να ξέρει τι ένοιωσε όμως ήταν σίγουρη ότι είχε φάει μια μαχαιριά στην καρδιά, ίδια με αυτή που της είχε καρφώσει πριν δώδεκα χρόνια.
       Φτάνοντας στο αυτοκίνητό της τον είδε να τρέχει πίσω της
-Τασούλα !!!  φώναξε
  Εκείνη γύρισε, και όσο πιο ψυχρά μπορούσε του είπε¨
-Δεν σας γνωρίζω κύριε , κάποιο λάθος κάνετε.
       Ο Στέφανος κατάλαβε  Σταμάτησε σαν να τον κάρφωσαν στη γη.
Η Νατάσσα μπήκε στο αυτοκίνητό της και ξεκίνησε.  Ένιωσε ικανοποιημένη η τιμωρία είχε χτυπήσει και την πόρτα του Στέφανου…
Καθώς απομακρυνόταν το αυτοκίνητο κοίταξε τον Στέφανο από τον καθρέφτη, είχε μείνει  στην ίδια θέση ακίνητος σαν στήλη άλατος. Ένα χαμόγελο ειρωνείας και ικανοποίησης,  έκανε την εμφάνιση του στα χείλη της . Ξαφνικά έσπασαν τα δεσμά της που την κρατούσαν δεμένη σε μια αόρατη φυλακή . Ένιωσε ελεύθερη. Τώρα, μπορούσε να πει με σιγουριά ότι το μέλλον ήταν δικό της.


 

                                    ΤΕΛΟΣ









Σχόλια