Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΠΑΡΟΙΜΙΑΣ

Ένα ηλιόλουστο πρωινό, ένας τσοπάνος καθισμένος στην άκρη ενός βράχου ψηλά στο βουνό, έπαιζε την φλογέρα του παρακολουθώντας τα πρόβατά του να βόσκουν.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και στον ορίζοντα είδε να κάνουν την εμφάνιση τους γκρίζα σύννεφα  που όλο και πύκνωναν. Λίγο πιο πάνω ήταν ένα μικρό ερημοκλήσι του προφήτη Ηλία.
«έρχεται μπόρα μονολόγησε ας πάω κατά πάνω να προφυλαχτώ μέσα στο εκκλησάκι» Πραγματικά σε λίγο μια δυνατή μπόρα ξέσπασε.
Ο τσοπάνος έχοντας στην πλάτη του την γκλίτσα του ( νομίζω πως όλοι ξέρετε πως βάζουν την γκλίτσα τους οριζόντια στον λαιμό τους και την κρατούν με τα δύο τους χέρια) κρατώντας λοιπόν την γκλίτσα του  προσπάθησε να μπει μέσα στο εκκλησάκι όμως δεν τα κατάφερνε γιατί  η γκλίτσα του ήταν μεγαλύτερη από το φάρδος της πόρτας. Προσπάθησε μια, προσπάθησε δύο…
« άφησε με βρε άγιε μου να μπω, θα γίνω μούσκεμα», παρακαλούσε τον άγιο….  Τίποτα….
Νευρίασε ο τσοπάνος κατέβασε την γκλίτσα από το λαιμό του  την κούνησε απειλητικά και όρμησε μέσα….
«αμάν βρε άγιε μου και συ φοβέρα θέλεις για να κάμεις ένα καλό» είπε!
Έτσι κατά την παράδοση βγήκε και η παροιμία….

«Και ο άγιος φοβέρα θέλει»…. 



Σχόλια