Κάλλιο πρώτος στο χωριό (Διήγημα)


ΚΑΛΛΙΟ ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ…

Ο Γεράσιμος, (Τζέρυ τον φώναζαν) γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα πανέμορφο νησί του Ιονίου, την Κεφαλονιά.
Ήταν ένα γλυκό αγόρι γεμάτο ζωντάνια και όνειρα, πολλά όνειρα.
Από μικρό παιδί φανταζόταν τον εαυτό του πιλότο, αξιωματικό, ραλίστα, τραγουδιστή, ίσως μεγάλο μουσικό (αγαπούσε πολύ τη μουσική και στην εφηβεία του ήταν διαρκώς με μια κιθάρα στα χέρια ) στα πιο τρελά του όνειρα τον φανταζόταν και … αστροναύτη.
Το σχολείο γι αυτόν ήταν μια μικρή φυλακή. Όμως δεν χρειάστηκε ιδιαίτερο διάβασμα για να τελειώσει το γυμνάσιο, καθ’ ότι έξυπνος τα κατάφερε.
Το χωριό του, ήταν λίγα χιλιόμετρα έξω από το Αργοστόλι. Όταν τέλειωσε, με χίλια παρακάλια κατάφερε τον πατέρα του να του αγοράσει μια μηχανή, Σπουδαίο απόκτημα για την εποχή, και βέβαια πoιός τον έπιανε το Τζέρυ. Περνούσε μπροστά από τις κοπελιές του νησιού, κάνοντας τα κόρτε του και τις φιγούρες του. Ήταν και ο «πρώτος» που λένε.. Είχε το χάρισμα πάντα να είναι ο πρώτος στην παρέα, με τα ανέκδοτά του, το πειράγματά του, το χιούμορ του.

Εκείνη την εποχή,ο Elvis Prisley, οι Beatles, οι Idols, οι Rolling stones ήταν τα πρότυπά του.
Περνούσε ,ώρες στον καθρέφτη με την κιθάρα του μιμούμενος χορευτικές φιγούρες των ινδαλμάτων του. Έτσι αποφάσισε μαζί με μερικούς άλλους φίλους του, να φτιάξουν ένα συγκρότημα και κάθε Κυριακή πρωί, στον κινηματογράφο της πόλης τους, κατόπιν συμφωνίας με τον ιδιοκτήτη, να δίνουν μουσικές παραστάσεις .
Αυτό, κράτησε λίγους μήνες. Ένα πρωί έφτασε στο σπίτι του μια επιστολή. Η πατρίδα τον καλούσε. Έπρεπε να πάει στρατιώτης, ή να πάρει αναβολή και να δώσει εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Βρέθηκε σε δίλημμα. Να στρωθεί στο διάβασμα ή να συνεχίσει την «καριέρα» του σαν μουσικός;
Αποφάσισε το δεύτερο και ένα ωραίο πρωινό βρέθηκε ντυμένος στο χακί.
Η τύχη στον στρατό του χαμογέλασε , Είχε αναλάβει την ψυχαγωγία των φαντάρων και η λούφα πήγε σύννεφο. Πέρασε δυο χρονάκια, ζωή και κότα.
Όταν γύρισε στο νησί είπε στον πατέρα του.
-Πατέρα, πήρα την απόφαση μου θα γίνω μουσικός αλλά….Καριέρα μόνο στην Αθήνα μπορώ να κάνω. Έχω ταλέντο και το ξέρω, εδώ χάνεται.
Εκείνος πάλι τον προτιμούσε δημόσιο υπάλληλο. Είχε κάνει και τις σχετικές του ενέργειες να τον διορίσει σε σίγουρη θέση.
-Άσε τσι μούρλες και τσι παρόλες! Μίλησα με το βουλευτή μας, που ‘ναι και καρδιακός μου φίλος και μου ‘ταξε να σε τακτοποιήσει. Του είπε. Τι τσι θες τσ’ Αθήνες και κουραφέξαλα. Βρες και μια καλή κοπέλα από σπίτι να παντρευτείς και μείνε στο νησί.
-Άι ψυχή μου άκου τον πατέρα σου, συμπλήρωνε κι μάνα του , πούλιω σ’ αρέσει τζόγια μου, να γυρνάς τσι ρούγες τσ’ Αθήνας παρά να ‘σαι στο κονάκι σου;
Ο Τζέρυ δεν άκουγε κανέναν. Ετοίμασε τα πράγματά του και ένα πρωί μπήκε στο πλοίο κι έφυγε.
Στο στρατό είχε γνωρίσει κάτι φιλαράκια Αθηναίους. Πήγε και τους βρήκε. Τα όνειρά του καλπάζανε με ορμή στο νεανικό μυαλό του. Ήταν σίγουρος για την επιτυχία.
Ο πρώτος καιρός ήταν δύσκολος. Έψαξε να βρει δουλειά σαν μουσικός, να παίζει κιθάρα σε κανένα συγκρότημα όμως παντού πόρτες κλειστές. Η «φίρμα» του νησιού εδώ ήταν ένα άγνωστο επαρχιωτόπουλο που δεν του έδινε κανένας σημασία .
Έπιασε δουλειά σαν σερβιτόρος, για να μπορεί να βγάζει τα έξοδά του. Αμάθητος όπως ήταν γύριζε, σχεδόν ξημερώματα,, ψόφιος.
-Δεν είναι αυτή δουλειά για μένα, έλεγε και, από τον πρώτο κιόλας μήνα τα παράτησε.
Ακολούθησαν κι άλλα επαγγέλματα. Πωλητής, συνεργείο αυτοκινήτων, λίγο οικοδομή. Στο τέλος, βρήκε μια ταβερνούλα συνοικιακή που ζητούσε μουσικό και τραγουδιστή για την διασκέδαση των θαμώνων. Ο Τζέρυ με πεσμένα τα φτερά ,αναγκάστηκε να συμβιβαστεί αλλάζοντας το ρεπερτόριο του. Πάνε οι Beatles, πάνε οι Rolling stones, πάνε οι ονειρεμένες συναυλίες, πάνε τα χειροκροτήματα…

Δεν είχε κλείσει καλά – καλά ούτε χρόνο στην Αθήνα και ένα πρωινό πήρε τηλέφωνο τον πατέρα του .
-Πατέρα ισχύει ακόμα η υπόσχεση του βουλευτή και συμπατριώτης μας ; ρώτησε. Για κείνη, τη θέση, στο δημόσιο που μου ‘λεγες!
Ο πατέρας του χαμογέλασε κάτω από το παχύ του μουστάκι .
- Κανάγια του είπε χαϊδευτικά έλα πίσω μωρέ και θα τα σάξουμε τα πράματα.
Δεν περίμενε δεύτερη κουβέντα πήρε το πρώτο πλοίο για το νησί του. Άφησε την Αθήνα ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω του.

Ο Τζέρυ σήμερα είναι ένας ώριμος σαραντάρης, οικογενειάρχης με δυο χαριτωμένα πιτσιρίκια. Υπάλληλος στον ΟΤΕ και ένας επίσης μαχητικός δημοτικός σύμβουλος με όνειρο να γίνει σύντομα και … δήμαρχος.
Τα βράδια με την κιθαρίτσα του διασκεδάζει τους φίλους του πίνοντας την ρομπόλα τους και κάνοντας τους να γελούν με τον χαρισματικό του τρόπο, να λέει ανέκδοτα.

Συχνά πυκνά τους ξεφουρνίζει και την αγαπημένη του παροιμία που γι αυτόν κρύβει την μεγαλύτερη αλήθεια.
-φίλοι μου, πρέπει να ξέρετε ότι….
« ΚΑΛΛΙΟ ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ, ΠΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ»

Σχόλια

Ο χρήστης Χάρις είπε…
Λοιπόν, Ντόρα, είναι ένα αφήγημα με καλή ροή και έξυπνες λογοτεχνικές-τοπικιστικές εκφράσεις.
Διερευνώντας, τώρα, το μύθο, φαίνεται ότι ο ήρωάς σου ήταν και λίγο καλομαθημένος και δεν άντεχε τα πολλά ξεβολέματα. Όμως, πιστεύω ότι όποιος έχει βαθειά και δυνατά όνειρα, έχει και μεγάλα φτερά στους ώμους, δεν κάμπτεται δυσκολιών και τελικά, σημασία δεν έχει να είσαι πρώτος κάπου, αλλά να αγωνίζεσαι συνεχώς για να φθάσεις κάπου ψηλά... και όποτε φθάσεις.
Απόλαυσα την ιδιαιτερότητά του. -
Ο χρήστης white pigeon είπε…
geiaaaaaaa :))
Ο χρήστης nefeli riga είπε…
Γεια σου Ντόρα μου .!
Θα συμφωνήσω με την Χάρις μα όχι απόλυτα…όχι..
Τα όνειρα πολλές φορές όσο και να τα κυνηγήσουμε παραμένουν όνειρα.
Τότε οι συνθήκες ήταν αφάνταστα δύσκολες, κυριαρχούσε δε και το βόλεμα
Που ονειρευόντουσαν πάντα για μας οι γονείς μας,.
Υπήρχε λοιπόν ο τρόπος από το σπίτι για μια καλύτερη ζωή στο νησί..
Προς τι λοιπόν οι ταλαιπωρίες, που κανείς δεν ήξερε ΚΑΙ πως θα κατέληγαν..?
Μάλλον ο πατριώτης σκέφτηκε με το μυαλό και δεν ακολούθησε την καρδιά του .. που οι δρόμοι της δεν είναι πάντα ρόδινοι.
Έχοντας την σταθερή δουλειά του, το ωραίο του Νησί, την οικογένειά του, κάνει το κέφι του με την κιθάρα του, χωρίς το κυνήγι του θησαυρού της Μεγάλης Πόλης που για να αποκτηθεί πολλές φορές αλλοτριώνονται οι ψυχές μας
Μου άρεσε πολύ!!!