η ζωή είναι στιγμές μην τις αφήνεις να περνάνε χωρίς να τις ζεις ....
Σάββατο 5 Μαΐου 2012
Παρασκευή 4 Μαΐου 2012
Α ΜΠΕΜΠΑ ΜΠΛΟΜ.....
ΑΥΤΌ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΊ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΡΘΡΟ ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΤΟ 2004 ...ΠΟΥ ΕΙΧΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙ ΣΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ "ΛΑΜΨΗ ΤΩΝ ΝΟΤΙΩΝ ΠΡΟΑΣΤΙΩΝ ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ .....
ΒΡΕ ΠΩΣ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ........
Α ΜΠΕΜΠΑ ΜΠΛΟΜ…(2004)
ΒΡΕ ΠΩΣ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ........
![]() |
| Ο ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΩΡΓΑΚΗΣ |
Α ΜΠΕΜΠΑ ΜΠΛΟΜ…(2004)
Λοιπόν
οι εκλογές του 2004 μ’ αρέσουν πολύ. Έχουν κάτι το πρωτότυπο, το χαριτωμένο θα
έλεγα.
Οι
υποψήφιοι πρωθυπουργοί μας, νέοι, γελαστοί, ανθρώπινοι, έσπασαν το κατεστημένο,
το μουντό, άχαρο, γκρίζο, τυπικό, προεκλογικό πρόσωπο με την σοβαροφάνεια που
απαιτούσε ο ρόλος τους.
Φορμίτσα,
γυμναστήριο, ποδηλατάκι ο Γιωργάκης. Μπουφανάκι, ποδόσφαιρο, βολτούλες με τα
δίδυμα ντυμένα μασκαράδες ο Κωστάκης. Μια χαρά!
Δικοί μας άνθρωποι
αμφότεροι. Τόσο δικοί μας που κάποια στιγμή βλέποντας τους πίστεψα ότι είναι τα
φιλαράκια μου κι αν τους συναντούσα στο δρόμο θα τους φιλούσα σταυρωτά.
Δεν με νοιάζει τι
λέει, τι τάζει, τι υπόσχεται ο καθένας ( άλλωστε δεν τα πιστεύω έχω χορτάσει
από «θα») μου φτάνει που είναι σαν κι εμένα, που κάνει τις βολτούλες του με τα
πόδια, που πάει στο σινεμά της γειτονιάς του, που κάθεται στο παγκάκι της
πλατείας, που με το ποδήλατο, την φόρμα και το σακίδιο στον ώμο τραβάει για τον
δρόμο. Αυτά δηλαδή που μπορώ να κάνω κι εγώ καθημερινά.
Μ’ αρέσουν και οι
δύο, δεν το κρύβω και βρίσκομαι σε δίλημμα κι αναρωτιέμαι… απ την Κική κι απ’
την Κοκό ποιά να διαλέξω; Και βλέπω την ιδεολογία μου να πηγαίνει περίπατο κι
αρχίζω να λέω… «Α μπέμπα μπλομ, του κίθε μπλομ… μπλιμ μπλομ», και πάλι να μην
αποφασίζω. Και οι μέρες περνούν, ο προεκλογικός πυρετός ανεβαίνει, οι υποψήφιοι
του ενός κόμματος περνάμε στο άλλο και αντιστρόφως. Κι εγώ…ψάχνω για το «κάτι»
που θα με κάνει να πάρω την ηρωική μου απόφαση φτάνοντας στην κάλπη.
Βεβαίως είναι
μαθηματικά βέβαιο ότι αυτή η εικόνα είναι πλασματική και μετά την εκλογή και
την εδραίωση στον πρωθυπουργικό θώκο όλα θα αλλάξουν, αλλά γλυκό είναι που έστω
και για λίγο τους ζούμε σαν «ανθρώπινα όντα και όχι εξωγήινα»
Ντόρα Μανατάκη
Τρίτη 24 Απριλίου 2012
ΤΟ ΠΑΛΙΑΤΖΙΔΙΚΟ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ....
![]() |
| ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΑΝ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ |
![]() |
| ΠΑΛΙΟ ΣΙΝΕΜΑ |
![]() |
| ΜΟΝΟ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΣΤΗΝ ΜΝΗΜΗ ΕΧΕΙ ΜΕΙΝΕΙ...ΚΑΜΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΑ ΒΓΑΛΕΙ ΚΑΛΗ ΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΜΗΧΑΝΗ |
![]() |
| ΥΠΕΡΟΧΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑΝ ΤΗΝ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΝΑ ΠΛΑΘΕΙ ΤΑ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΑ ΟΝΕΙΡΑ |
![]() |
| ΑΓΚΑΘΑ ΚΡΙΣΤΙ Η ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ Η ΑΓΩΝΙΑ ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕΙΣ ΤΟΝ ΔΟΛΟΦΟΝΟ ΣΕ ΕΚΑΝΕ ΝΑ ΜΗΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΑΦΗΣΕΙΣ.... |
![]() |
| ΟΙ ΑΓΑΠΗΜΕΝΕΣ ΦΑΤΣΟΥΛΕΣ ΠΟΥ ΣΤΟΛΙΖΑΝ ΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ ΤΟΥ ΕΦΗΒΙΚΟΥ ΜΟΥ ΔΩΜΑΤΙΟΥ |
![]() |
| ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ.... |
![]() |
| ΚΑΙ ΠΙΟ ΜΙΚΡΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΔΕΝ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΒΟΥΓΙΟΥΚΛΑΚΗ.... |
![]() |
| ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΕΣ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΘΑ ΠΩ..... |
![]() |
| ΤΟ ΦΑΝΑΡΙ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΠΟΥ ΤΟ ΑΝΤΙΚΑΤΕΣΤΗΣΕ ΤΟ ΨΥΓΕΙΟ ΤΟΥ ΠΑΓΟΥ |
![]() |
| ΤΟ ΚΛΑΣΣΙΚΟ ΠΟΤΗΡΑΚΙ ΓΙΑ ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ... ΜΙΑ ΤΑΛΑΙΠΩΡΙΑ ΓΙΑΤΙ ΑΝ ΔΕΝ ΤΟ ΚΡΑΤΟΥΣΕΣ ΟΠΩΣ ΕΠΡΕΠΕ ΕΚΛΕΙΝΕ ΚΑΙ ΓΙΝΟΣΟΥΝ ΜΟΥΣΚΕΜΑ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΤΟ ΕΦΤΙΑΞΑΝ ΤΙ ΛΟΓΙΚΗ ΕΙΧΑΝ.... |
![]() |
| ΠΑΛΙΑ ΖΥΓΑΡΙΑ ΜΕ ΔΡΑΜΙΑ ΚΑΙ ΟΚΑΔΕΣ |
![]() |
| ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ |
![]() |
| ΤΟ ΩΡΟΛΟΓΙΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ |
Πέμπτη 19 Απριλίου 2012
Σάββατο 14 Απριλίου 2012
Σάββατο 7 Απριλίου 2012
ενα Πάσχα στην υπαιθρό....(διήγημα )
ΕΝΑ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ
Κάθε χρόνο στην καρδιά της Άνοιξης γιορτάζει η
πιο μεγάλη μέρα της χριστιανοσύνης , το Άγιο Πάσχα. Η γιορτή της αγάπης , των άπειρων
συναισθημάτων που γεμίζουν κάθε ψυχή, γιορτή πολύχρωμη μιας και η φύση βρίσκεται
σε οργασμό και χιλιάδες λουλούδια ανθίζουν χαρίζοντας το μεθυστικό τους άρωμα .
Η μέρα μεγαλώνει και ο ουρανός καθαρός γαλάζιος και ξάστερος σε
γεμίζει χαρά , αισιοδοξία και
τάσεις φυγής προς την ελληνική ύπαιθρο.
Πάντα ήθελα να ζήσω ένα Πάσχα στο χωριό . Πάντα ζήλευα τις διηγήσεις των φίλων μου που
αυτές τις ημέρες έφευγαν για τα χωριά τους να περάσουν άλλοι με τους παππούδες
τους , άλλοι με τους συγγενείς τους το Πάσχά και η φαντασία μου έφτιαχνε
χιλιάδες όμορφες εικόνες . Είχα βλέπετε την ατυχία να είμαι ένα παιδί της πόλης από γονείς
πρωτευουσιάνους .
Κάποια χρονιά θυμάμαι οι γονείς μου
αποφάσισαν , κατόπιν προσκλήσεως , να περάσουμε το Πάσχα με κάτι φίλους στο
χωριό τους . Τι χαρά!
Σκεφτόμουν ότι έτσι θα είχα κι εγώ στην επιστροφή μου να διηγηθώ κάτι στο
σχολείο , στη δασκάλα μου κάτι από το ελληνικό μου Πάσχα στην ύπαιθρο.
Προορισμός μας ένα ορεινό χωριό της Σπάρτης,
καταπράσινο, με τρεχούμενα νερά , ρυάκια, και πολλά δέντρα. Οι πρώτες μου εικόνες σαν φτάσαμε μαγευτικές
μετά τα καλωσορίσματα , τα γέλια, τις χαρές, ήρθαν και οι συμβουλές
« προσοχή, μην πηγαίνετε στα χόρτα έχει
φίδια…»
« το νου σας στους σκορπιούς , μην σας
τσιμπήσει κανένας…»
Το παιδικό μου μυαλό άρχισε να φτιάχνει τέρατα
και δεν ήθελα να ξεκολλήσω από τα πόδια της μάνας μου . Ντράπηκα τα άλλα παιδιά που με
φώναζαν φοβιτσιάρα και σιγά –σιγά
ξεθάρρεψα .
Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής ήταν μαγευτικό
η μικρή εκκλησία γεμάτη πιστούς που με κατάνυξη έψελναν συνοδεύοντας τον ψάλτη.
Τα λιγοστά φώτα του
χωριού έσβηναν και χάνονταν μπροστά στις φλόγες από τα κεριά και τα φαναράκια
κατά την περιφορά του επιταφίου και η μοσχοβολιά από τις πασχαλιές , τα
τριαντάφυλλα ,τα μοσχομπίζελα γέμιζε τον αέρα . Ποτέ δεν θυμάμαι να έχω
ξαναζήσει τέτοια περιφορά. Οι ψαλμωδίες , το ω! γλυκύ μου έαρ! Έφτανε στα αυτιά
μας σαν ουράνια μελωδία μέσα στη σιγαλιά της νύχτας .
Όμως και η βραδιά της Ανάστασης ήταν ξεχωριστή
ακόμα και ο ήχος της καμπάνας σκορπούσε μια μελωδία γλυκιά που χάνονταν κύματα-
κύματα στις πλαγιές του βουνού.
« Δεύτε λάβετε φως… και Χριστός Ανέστη»
Βεγγαλικά, τσουγκρίσματα αυγών ,
αγκαλιάσματα,, ευχές φιλιά, κροτίδες όλος ο κόσμος μια αγκαλιά . Η στιγμή της
αγάπης, η ζεστασιά στις καρδιές, για λίγο η αγάπη παίρνει την θέση της κακίας,
του μίσους, της έχθρας, όμως πάντα μόνο για λίγο. Αύριο ξημερώνει άλλη μέρα ίδια με τις
προηγούμενες…..
Η ζεστή μαγειρίτσα μας περίμενε στο σπίτι και όπως ήταν φυσικό μετά την
νηστεία της μεγάλης βδομάδας πέσαμε όλοι ηρωικώς μαχόμενοι στο πιάτο.
Ξημέρωσε και η πολυπόθητη Κυριακή του Πάσχα,
από πολύ πρωί ξεκίνησαν οι ετοιμασίες για το μεσημεριανό τραπέζι. Δυο σούβλες
με αρνιά, μια με κοκορέτσι και όλοι περνούσαν μικροί και μεγάλοι να γυρίσουν
την σούβλα εισπράττοντας το μεζεδάκι
τους. Τα τραγούδια έδιναν κι έπαιρναν σε κάθε αυλή και ένα κασετόφωνο έπαιζε τσάμικα,
καλαματιανά, παρασύροντας τους πιο γλεντζέδες στο χορό που τσουγκρίζοντας τα
ποτήρια έφερναν τις γυροβολιές τους, σκορπώντας ευχές για χρόνια πολλά, και του
χρόνου με υγεία…
Παρακολουθούσα τα πάντα με ιδιαίτερο
ενδιαφέρον δεν ήθελα να χάσω ούτε μια στιγμή από το όνειρό μου « ένα Πάσχα στην
ελληνική ύπαιθρο» Ώσπου ήρθε η στιγμή που το όνειρό μου έγινε εφιάλτης
Όλη μέρα γύρω μου πετούσαν κάθε λογής
ζουζούνια μύγες , μέλισσες, πεταλούδες, σφίγγες, εγώ δεν ήμουν συνηθισμένη σε
τέτοιου είδους επισκέπτες και μπορώ να πω ότι όχι μόνο με ενοχλούσαν άλλα τους
φοβόμουν κι όλα. Τις έδιωχνα βίαια με το
χέρι μου και κάθε φορά που άκουγα ένα βουητό στ’ αυτιά μου έβγαζα άναρθρες κραυγές. Μια σφίγγα με τριγυρνούσε κάμποση ώρα
αδιαφορώντας για το χέρι μου που κουνιόταν απειλητικά εναντίον της ώσπου
αποφάσισε να μ’ εκδικηθεί δίνοντάς μου
μια γερή τσιμπιά στο μάγουλο. Μέσα σε λίγη ώρα έγινα τούμπανο ,Κλάμα, φωνές ,
πόνος , γιατροσόφια, αμμωνίες , όλοι προσπαθούσαν να με παρηγορήσουν .όμως
έμένα μια σφίγγα μου είχε σκοτώσει το όνειρο .
Η επιστροφή μου ήταν γεμάτη γλυκόπικρες αναμνήσεις στη δασκάλα μου
ντράπηκα να διηγηθώ την περιπέτειά μου και από τότε την ελληνική ύπαιθρο
προτιμώ να την βλέπω σε ωραίους πίνακες ζωγραφικής. Είμαι παιδί της πόλης βλέπετε.
Συγχωρέστε με, μα έτσι νιώθω….
Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ (ΠΕΖΟΓΡΑΦΗΜΑ)
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ
Με το γέρικο, τρεμάμενο χέρι της σκούπισε το
θαμπό τζάμι. Το κρύο έξω ήταν τσουχτερό. Ήταν μια από τις ελάχιστες χρονιές που στο
νησί είχε πέσει τόσο πυκνό χιόνι. Άφησε το βλέμμα της να αγναντέψει την
αγριεμένη θάλασσα που απλωνόταν κάτω, κοιτώντας τα καΐκια, που σαν καρυδότσουφλα τα πήγαιναν πέρα δώθε
τα αφρισμένα κύματα.. Πόσο είχε αγαπήσει αυτή τη θάλασσα…. Πόσα όνειρά της δεν
είχε αφήσει να τα πάρει στην πλατιά αγκαλιά της, και να τα ταξιδέψει μακριά
εκεί που έφτανε η φαντασία της , στα μέρη που
άκουγε να διηγούνται οι ναυτικοί
του νησιού της, τα πολύχρωμα , με τις μαύρες καλλονές, με τα τεράστια στρείδια
που μέσα τους έκρυβαν τα ξακουστά μαργαριτάρια, ακόμα και για πειρατές είχε
ακούσει ,για άγριους κουρσάρους που άρπαζαν τα πλοία και το βιός των
καπεταναίων. Για τεράστιες φάλαινες ,που μπορούσαν να καταπιούν ολόκληρες
βάρκες. Όλα αυτά, την έκαναν να λαχταράει να γίνει καπετάνισσα, να φτάσει στα
πέρατα του κόσμου.
Η Κούλα,
το Κουλιώ όπως την φώναζαν ήταν το
ενδέκατο από τα δεκάξι παιδιά του καπετάν Παντελή του Βαρβάκη με τ’ όνομα στο
νησί. Ζωηρή, πειραχτήρι, σωστό αγοροκόριτσο. Όλη μέρα τριγυρνούσε με τους
ψαράδες στα καΐκια . Μάγκωνε τη φούστα της στη βράκα της και μες το νερό μέχρι
το γόνατο μάζευε δολώματα και ψάρευε. Το
σχολείο,
ούτε που να το ακούσει. Πήγε στην πρώτη δημοτικού και τα παράτησε στη μέση. Τι
ήταν τούτα που ήθελε να της μάθει η κυρά δασκάλα, το α, το ο, το ι, να γράφει
πάνω στην πλάκα και να περνάει τις ώρες
της καθισμένη σ’ ένα θρανίο τι θα τα έκανε; Εκείνη ήθελε να ‘ναι ελεύθερη , να
μαζεύει αχινούς , γαριδούλες, καβούρια, σαλιγκάρια να ψαρεύει με το καλάμι της
απ΄ το μόλο να τρέχει στην παραλία. Άσε που καθημερινά σχεδόν την έβαζε τιμωρία να κάθεται δυο
ώρες παραπάνω νηστικιά επειδή εκτός
του ότι πήγαινε αδιάβαστη, ήταν και ο καπετάν φασαρίας στην τάξη .
Ατίθασο
κορίτσι το Κουλιώ. Η κακομοίρα η μάνα της που να την προλάβει με τόσα
κουτσούβελα γύρω της και μια κοιλιά μονίμως μέχρι το στόμα . Είπε «όχι» στο σχολείο η Κούλα… , συμφώνησε και η μάνα
της .
Το
Κουλίω ονειρευόταν μόλις μεγαλώσει να πάει με τον πατέρα της στο καΐκι , να
ταξιδεύει, όσο κι αν της έλεγαν ότι αυτή η δουλειά δεν είναι για κορίτσια. Εκείνη
δεν το παραδεχόταν και δεν το έβαζε κάτω. Ο καπετάν Παντελής την
κρυφοκαμάρωνε
« έχει τσαγανό αυτό το παιδί » έλεγε.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν και το Κουλιώ
μεγάλωνε άρχισε ν’ αλλάζει . Τώρα προτεραιότητα είχαν οι δουλειές στο σπίτι. Οι μεγάλες της οι αδερφάδες μια – μια παντρεύτηκαν έκαναν
δικές τους οικογένειες και παιδιά. Έτσι εκ των πραγμάτων η
Κούλα έπρεπε να βοηθάει τη μάνα της να μεγαλώσει τα άλλα πέντε αδέρφια της τα
πιο μικρά απ’ αυτήν. Το όνειρό της λίγο – λίγο άρχισε να σβήνει .Τώρα ταξίδευε
μόνο με την φαντασία της . Είχε
γίνει ο ήρωας των θαλασσινών ιστοριών που της διηγιόταν ο πατέρας της τα
κρύα βράδια, καθισμένοι κοντά στο τζάκι. Τον αγαπούσε και
τον θαύμαζε. Στο σκαμμένο απ’ την αρμύρα πρόσωπο του έβλεπε την δύναμη του αντρειωμένου
καπετάνιου που ήξερε να παλεύει με τα στοιχειά της φύσης
Τα
προξενιά πήγαιναν κι ερχόντουσαν για το Κουλιώ. Ήταν άλλωστε όμορφη , μελαχρινή
, με δυο κατάμαυρες μακριές πλεξούδες, με βλέμμα σπινθηροβόλο γεμάτο ζωντάνια,
κρυφός πόθος για τα παλικάρια του νησιού .Όλα τα έδιωχνε δεν ήθελε γάμους , δεν
ήθελε παιδιά .Δεν άντεχε το κλάμα των μωρών που δεν την άφηνε την νύχτα να
κοιμηθεί. Τις αρρώστιες τους , τα ξενύχτια και την αγωνία πάνω
απ’ το προσκεφάλι τους όταν ψηνόντουσαν στον πυρετό.
Όχι ! Δεν ήθελε να περάσει αυτά που περνούσαν
η μάνα της και οι αδερφάδες της . Πολλές
φορές ανέβαινε στο μοναστήρι που ήταν έξω από την πόλη και έμενε με τις μοναχές
δυο –τρεις μέρες. Ένιωθε
ηρεμία και γαλήνη εκεί κοντά στο Θεό.
Πλησίαζαν οι Άγιες μέρες του Πάσχα. Στο σπιτικό της Κούλας είχαν αρχίσει οι ετοιμασίες.
Απ το πρωί μαζί με την μάνα της και την
βοήθεια των μικρών ασβέστωσαν την αυλή, φρόντισαν τα λουλούδια, έψησαν τα
τσουρέκια και τα κουλουράκια της πασχαλιάς και σαν νύχτωσε για τα καλά μετά το
φαγητό αφού έβαλαν τα μικρά για ύπνο αποκαμωμένες από την κούραση της ημέρας
κάθισαν μπροστά στη φωτιά. Η μάνα της πήρε το πανεράκι με τις κλωστές και
άρχισε να μπαλώνει κάτι κάλτσες. Η
Κούλα, έκλεισε τα
μάτια της κι αποκοιμήθηκε.
Μια
γλυκιά, μαυροφορεμένη γυναίκα ήρθε στον ύπνο της και με φωνή ήρεμη και
σταθερή της είπε :
«
Παιδί μου, αύριο το πρωί θ’ ανέβεις στο παλιό κάστρο κι εκεί στα
χαλάσματα δίπλα στη μεγάλη πόρτα σε μια εσοχή πίσω από μια πέτρα θα βρεις ένα
μαντήλι γεμάτο χρυσές λίρες, Όμως δεν θα το πεις σε κανένα, πρόσεξε είναι για
σένα , δεν πρέπει να το μάθει κανείς . Αν μ’ ακούσεις, θ’ αλλάξει ολόκληρη η ζωή σου ».
Η Κούλα πετάχτηκε ταραγμένη. « Παναγιά μου,
καλό και ευλογημένο» ψιθύρισε κάνοντας
το σταυρό της. Άλλο και τούτο στο κάστρο δεν έχει πάει
ποτέ της ούτε και κανείς από τους συχωριανούς της ανεβαίνει εκεί πάνω μόνο
αετοί και γεράκια φωλιάζουν στα χαλάσματα . Και γιατί να μην το έλεγε σε κανένα; Κι αν πράγματι υπάρχουν λίρες που θα έλεγε ότι
της βρήκε; Θα νομίζουν ότι της έκλεψε, θα ξεσηκωθεί όλο το χωριό. «Γεννήματα
της φαντασίας μου» σκέφτηκε, «η κούραση
άρχισε να μου σαλεύει τα λογικά. Σε καλό
μου. Μέχρι το πρωί θα το ‘ χω ξεχάσει» .
Την
άλλη μέρα το πρωί η μαυροφορεμένη γυναίκα και τα λόγια της, ξανάρθαν στο μυαλό
της. Η περιέργεια άρχισε να την βασανίζει. Σαν την παναγιά άρχισε να την πλάθει στη
φαντασία της .
Το
μεσημέρι αποφάσισε να ανηφορίσει προς το κάστρο .Παρ’ όλο που ήταν κορίτσι
τολμηρό και φόβο δεν ένιωσε ποτέ στη ζωή της, η καρδιά της είχε αρχίσει να σφυροκοπά στο στήθος της.
Στο τέλος της δημοσιάς ήταν το σπίτι της
αδελφής της, της Ελένης. Αν ήταν τυχερή θα περνούσε χωρίς να τη δει , αν όμως
ήταν έξω στην αυλή τι θα της έλεγε ;
Έπρεπε να βρει μια δικαιολογία . Όμως τι; Το μυαλό της
είχε σταματήσει
Προσπέρασε την πόρτα της όταν άκουσε την Ελένη να την
φωνάζει.
«Που
πας μωρέ ευλογημένο μεσημεριάτικά;» Η Κούλα την κοίταζε χωρίς να μπορεί να της πει
κουβέντα.
«Έλα μέσα μωρέ απολωλό.
Τι σου συμβαίνει;»
«Ελένη πρέπει να σου μιλήσω Πρέπει να μιλήσω σε κάποιον
…» Σαν χείμαρρος βγήκαν οι λέξεις από το στόμα της. Άρχισε να της διηγείται το όνειρό της και να
ξαλαφρώνει την ψυχή της από το βάρος που ένιωθε.
«Ένα όνειρο ήταν καημένη, πως κάνεις έτσι, γύρνα σπίτι
και ξέχνα το , σιγά να μην υπάρχουν λίρες που περιμένουν εσένα . Αλαφροΐσκιωτο
έγινες μωρέ Κουλιώ;»
«Ελένη σε παρακαλώ πάμε μαζί μέχρι το κάστρο έτσι να μου
φύγει η περιέργεια. Σε παρακαλώ!!!»
«Είσαι καλά μωρέ, αν μας δει κανείς τι θα πούμε; Μπα σε
καλό σου ….»
Με
παρακάλια, η Κούλα έπεισε την Ελένη και πήραν το δρόμο για το κάστρο.
Σαν
έφτασαν στην μισογκρεμισμένη πόρτα η Κούλα σταμάτησε ψάχνοντας για την εσοχή
που της είχε πει η γυναίκα του ονείρου της. Πράγματι μια πέτρα ήταν πιο έξω από τις άλλες δημιουργώντας
μια εσοχή. Άρχισε να σκάβει προσπαθώντας να την βγάλει. Δεν χρειάστηκε και πολύ δύναμη. Έχωσε το χέρι της μέσα τραβώντας ένα
μισοξεφτισμένο μαντήλι, κομποδεμένο, το άνοιξε γεμάτη δέος, όμως αντί για λίρες,
το μαντήλι ήταν γεμάτο μικρά κομμάτια κάρβουνα .
Η Κούλα ακούμπησε στον τοίχο και γλίστρησε σιγά-σιγά μέχρι που
κάθισε κάτω αφήνοντας να πέσουν από τα χέρια της το μαντήλι με τα κάρβουνα.
«Μου ‘χε πει να μην το πω σε κανένα….» ψέλλισε και απ τα μάτια
της κύλησαν δάκρυα . Η Ελένη την κοίταζε χωρίς να μπορεί να πει μια λέξη. Έμειναν αρκετή ώρα έτσι και μετά πήραν τον
δρόμο του γυρισμού αμίλητες .
Όταν έφτασαν
κάτω, έβαλε την Ελένη να ορκιστεί ότι
δεν θα έλεγε σε κανέναν τίποτα . Θα το ξεχνούσαν και οι
δυο, σαν να μην είχε συμβεί ποτέ . Εκείνη όμως κάθε
βράδυ έφερνε στη σκέψη της την μαυροφορεμένη γυναίκα του ονείρου της .
Η
Κούλα αποφάσισε να αλλάξει ριζικά τη ζωή της .Παρ’ όλες τις
αντιδράσεις των γονιών της ,των αδελφών της,,
ακόμα και των συγχωριανών της, εκείνη
ανέβηκε στο μοναστήρι και σε ένα χρόνο χειροτονήθηκε μοναχή . Έμαθε
γραφή, ανάγνωση, και αργότερα έγινε ηγουμένη του μοναστηριού προσφέροντας όσο
περισσότερα μπορούσε στο νησί της, στο όνομα της Παναγίας .
Ξεδιπλώνοντας
σήμερα, για πρώτη φορά τις αναμνήσεις της άφησε δυο δάκρυα να κυλήσουν από τα
γέρικα μάτια της . Δυο δάκρυα, μ’ ανάμικτα συναισθήματα γεμάτα
χαρά και λύπη μαζί . Ποτέ δεν μετάνιωσε
γι’ αυτή της την απόφαση , εκτελούσε πάντα τα χρέη της μοναχής με αγάπη και
προθυμία . Το μικρό αγκάθι στην ψυχή της ήταν εκείνη η θάλασσα που είχε αφήσει πίσω
και το ανεκπλήρωτο όνειρο, της καπετάνισσας που θα όργωνε τις θάλασσες με το
γέρικο πια σκαρί του πατέρα της που αργοπέθαινε δεμένο στο μικρό λιμάνι
Πέμπτη 15 Μαρτίου 2012
ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΟΙΗΤΕΣ
Μια ποιητική βραδυα που διοργάνωσε ο Συλλόγος Λακώνων Γλυφάδας αφιερωμενη στους σύγχρονους έλληνες ποιητές.... Το πρόγραμμα παρουσίασαν η Αθηνά Νάκου δημοσιογράφος, και η ψυχολόγος Μαργαρίτα Αλαφούζου.
Έλαβαν μέρος
Μιχάλης Αβούρης, Ντόρα Μανατάκη, Θεόδωρος Ταβουλάρης, Νίκη Κατσικάδη, Αντώνης Ξεπαπαδάκος.
Την βραδιά έκλεισε η αγαπημένη τραγουδίστρια Μπέσσυ Αργυράκη και η χορωδία του συλλόγου.
Έλαβαν μέρος
Μιχάλης Αβούρης, Ντόρα Μανατάκη, Θεόδωρος Ταβουλάρης, Νίκη Κατσικάδη, Αντώνης Ξεπαπαδάκος.
![]() |
| Ντόρα Μανατάκη |
![]() |
| Απαγγελίες |
![]() |
| Νίκη, Κατσικάδη, Μιχ. Αβούρης, Α. Ξεπαπαδάκος, Ντόρα Μανατάκη. Θεοδ. Ταβουλάρης |
![]() |
| τέλος της εκδήλωσης |
![]() |
| λίγα λουλούδια προσφορά του συλλόγου στους ποιητές |
![]() |
| Μπέσσυ, Ντόρα, Νίκη |
![]() |
| Χάρις Παναγοπούλου, Νίκη Παπουλάκου, Ντόρα Μανατάκη Α. Ξεπαπαδάκος |
![]() |
| Μπέσσυ, Ντόρα, Νίκη |
![]() |
| Η Μπέσσυ Αργυράη και η χορωδία |
![]() |
| οι συντελεστές της εκδήλωσεις με τους ποιητές |
![]() |
| Η Μπέσσυ Αργυράκη και η πρόεδρος Φριντα Μαυροπούλου |
Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2012
Τρίτη 14 Φεβρουαρίου 2012
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




































