ενα Πάσχα στην υπαιθρό....(διήγημα )


         




               ΕΝΑ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΥΠΑΙΘΡΟ


             Κάθε χρόνο στην καρδιά της Άνοιξης γιορτάζει η πιο μεγάλη μέρα της χριστιανοσύνης , το Άγιο Πάσχα. Η γιορτή της αγάπης , των άπειρων συναισθημάτων που γεμίζουν κάθε ψυχή, γιορτή πολύχρωμη μιας και η φύση βρίσκεται σε οργασμό και χιλιάδες λουλούδια ανθίζουν χαρίζοντας το μεθυστικό τους άρωμα . Η μέρα μεγαλώνει και ο ουρανός καθαρός γαλάζιος και ξάστερος  σε  γεμίζει χαρά , αισιοδοξία  και τάσεις φυγής προς την ελληνική ύπαιθρο. 
Πάντα  ήθελα να ζήσω ένα Πάσχα στο χωριό .  Πάντα ζήλευα τις διηγήσεις των φίλων μου που αυτές τις ημέρες έφευγαν για τα χωριά τους να περάσουν άλλοι με τους παππούδες τους , άλλοι με τους συγγενείς τους το Πάσχά και η φαντασία μου έφτιαχνε χιλιάδες όμορφες εικόνες . Είχα βλέπετε την ατυχία να είμαι ένα παιδί της πόλης από γονείς πρωτευουσιάνους .
            Κάποια χρονιά θυμάμαι οι γονείς μου αποφάσισαν , κατόπιν προσκλήσεως , να περάσουμε το Πάσχα με κάτι φίλους στο χωριό τους . Τι χαρά! Σκεφτόμουν ότι έτσι θα είχα κι εγώ στην επιστροφή μου να διηγηθώ κάτι στο σχολείο , στη δασκάλα μου κάτι από το ελληνικό μου Πάσχα στην ύπαιθρο.
              Προορισμός μας ένα ορεινό χωριό της Σπάρτης, καταπράσινο, με τρεχούμενα νερά , ρυάκια, και πολλά δέντρα.  Οι πρώτες μου εικόνες σαν φτάσαμε μαγευτικές μετά τα καλωσορίσματα , τα γέλια, τις χαρές, ήρθαν και οι συμβουλές
             « προσοχή, μην πηγαίνετε στα χόρτα έχει φίδια…»
   « το νου σας στους σκορπιούς , μην σας τσιμπήσει κανένας…»
             Το παιδικό μου μυαλό άρχισε να φτιάχνει τέρατα και δεν ήθελα να ξεκολλήσω από τα πόδια της μάνας μου . Ντράπηκα τα άλλα παιδιά που με φώναζαν φοβιτσιάρα  και σιγά –σιγά ξεθάρρεψα .
             Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής ήταν μαγευτικό η μικρή εκκλησία γεμάτη πιστούς που με κατάνυξη έψελναν συνοδεύοντας τον ψάλτη. Τα λιγοστά φώτα του χωριού έσβηναν και χάνονταν μπροστά στις φλόγες από τα κεριά και τα φαναράκια κατά την περιφορά του επιταφίου και η μοσχοβολιά από τις πασχαλιές , τα τριαντάφυλλα ,τα μοσχομπίζελα γέμιζε τον αέρα . Ποτέ δεν θυμάμαι να έχω ξαναζήσει τέτοια περιφορά. Οι ψαλμωδίες , το ω! γλυκύ μου έαρ! Έφτανε στα αυτιά μας σαν ουράνια μελωδία μέσα στη σιγαλιά της νύχτας .
             Όμως και η βραδιά της Ανάστασης ήταν ξεχωριστή ακόμα και ο ήχος της καμπάνας σκορπούσε μια μελωδία γλυκιά που χάνονταν κύματα- κύματα στις πλαγιές του βουνού.
              « Δεύτε λάβετε φως… και Χριστός Ανέστη»
 Βεγγαλικά, τσουγκρίσματα αυγών , αγκαλιάσματα,, ευχές φιλιά, κροτίδες όλος ο κόσμος μια αγκαλιά . Η στιγμή της αγάπης, η ζεστασιά στις καρδιές, για λίγο η αγάπη παίρνει την θέση της κακίας, του μίσους, της έχθρας, όμως πάντα μόνο για λίγο. Αύριο ξημερώνει άλλη μέρα ίδια με τις προηγούμενες…..
              Η ζεστή μαγειρίτσα μας περίμενε στο σπίτι και όπως ήταν φυσικό μετά την νηστεία της μεγάλης βδομάδας πέσαμε όλοι ηρωικώς μαχόμενοι στο πιάτο.
             Ξημέρωσε και η πολυπόθητη Κυριακή του Πάσχα, από πολύ πρωί ξεκίνησαν οι ετοιμασίες για το μεσημεριανό τραπέζι. Δυο σούβλες με αρνιά, μια με κοκορέτσι και όλοι περνούσαν μικροί και μεγάλοι να γυρίσουν την σούβλα εισπράττοντας  το μεζεδάκι τους. Τα τραγούδια έδιναν κι έπαιρναν σε κάθε αυλή και ένα κασετόφωνο έπαιζε τσάμικα, καλαματιανά, παρασύροντας τους πιο γλεντζέδες στο χορό που τσουγκρίζοντας τα ποτήρια έφερναν τις γυροβολιές τους, σκορπώντας ευχές για χρόνια πολλά, και του χρόνου με υγεία…
              Παρακολουθούσα τα πάντα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεν ήθελα να χάσω ούτε μια στιγμή από το όνειρό μου « ένα Πάσχα στην ελληνική ύπαιθρο» Ώσπου ήρθε η στιγμή που το όνειρό μου έγινε εφιάλτης
             Όλη μέρα γύρω μου πετούσαν κάθε λογής ζουζούνια μύγες , μέλισσες, πεταλούδες, σφίγγες, εγώ δεν ήμουν συνηθισμένη σε τέτοιου είδους επισκέπτες και μπορώ να πω ότι όχι μόνο με ενοχλούσαν άλλα τους φοβόμουν κι όλα.  Τις έδιωχνα βίαια με το χέρι μου και κάθε φορά που άκουγα ένα βουητό στ’ αυτιά μου  έβγαζα άναρθρες κραυγές. Μια σφίγγα με τριγυρνούσε κάμποση ώρα αδιαφορώντας για το χέρι μου που κουνιόταν απειλητικά εναντίον της ώσπου αποφάσισε να μ’ εκδικηθεί  δίνοντάς μου μια γερή τσιμπιά στο μάγουλο. Μέσα σε λίγη ώρα έγινα τούμπανο ,Κλάμα, φωνές , πόνος , γιατροσόφια, αμμωνίες , όλοι προσπαθούσαν να με παρηγορήσουν .όμως έμένα μια σφίγγα μου είχε σκοτώσει το όνειρο .
              Η επιστροφή μου ήταν γεμάτη γλυκόπικρες αναμνήσεις στη δασκάλα μου ντράπηκα να διηγηθώ την περιπέτειά μου και από τότε την ελληνική ύπαιθρο προτιμώ να την βλέπω σε ωραίους πίνακες ζωγραφικής. Είμαι παιδί της πόλης βλέπετε. Συγχωρέστε με, μα έτσι νιώθω….         

Σχόλια