Ω ΓΛΥΚΥ ΜΟΥ ΕΑΡ....( Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ) ΕΘΙΜΑ Μ.ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Θρήνος της Παναγιάς
Πώς να τ’ αντέξει ο λογισμός, χωρίς να μαρτυρήσω;
Τον γιο μου πάνω στο Σταυρό βλέπω όπου γυρίσω.
Στον Λυτρωτή το βλέμμα μου στρέφω, μήπως προφτάσω,
τις ύαινες και τα σκυλιά με ’μένα να χορτάσω.
Το σκύμνο μου, σαν λέαινα, με δόντια και με νύχια,
να τους αρπάξω θα 'θελα, απ' της ψυχής τα μύχια.
Αλαφιασμένη κίνησα, να βρω τα μονοπάτια,
τα δύσβατα κι ανήλιαγα, στου Άδη τα παλάτια.
Πέφτω στα πόδια, προσκυνώ, εμένα ν' αγαπήσει
ρομφαία του Αρχάγγελου, το σπλάχνο μου ν' αφήσει.
Τι να την κάνω τη ζωή, παιδί μου, δίχως άνθη;
Της άνοιξης το λούλουδο και ο καρπός μαράνθη.
Έδυσες, άστρο λαμπερό, που φώτιζες την πλάση,
αηδόνι μου γλυκόλαλο, για πάντα έχεις σωπάσει.
Λιγοθυμώ, μα πού νερό; Σταγόνες από αίμα
μού δίνουνε να δροσιστώ. Μακάρι να 'ταν ψέμα
η μάστιγα, κι αν την πλευρά σου κέντησαν με λόγχη,
στα όνειρά τους να ζητούν του Παραδείσου κόγχη.
Σκόνη κι ιδρώτα σ' έλουσαν, μα διόλου δε με νοιάζει,
το ξύδι που σε πότισαν δικό μου είναι μαράζι.
Η αντοχή μου στέρεψε, έτσι να σ' αντικρίζω,
κι όταν το συλλογίζομαι, τα στήθη μου ξεσκίζω.
Αχ, να μπορούσα, γιόκα μου, και ν' άρμεγα τον πόνο,
την πίκρα που ξεχείλισε, ριγώ, που βλέπω μόνο.
Τι θα 'δινα, τα χείλη σου λίγο να ξεδιψάσω,
που τρέμουν με παράπονο, σφιχτά να σ' αγκαλιάσω;
Ροδόσταμο, βασιλικού μόσχο, για ν' ανασάνεις,
να πλύνω τις λαβωματιές, σου φέρνω, και να 'γιάνεις.
Καθώς τα κρινοδάχτυλα το σώμα σου θα ραίνουν,
κρυφά θα βγάλω τα καρφιά και όσ' αγκάθια μένουν.
Με άσπρα ροδοπέταλα την όψη θα στολίσω,
και γάλα απ' τον κόρφο μου, ξανά, θα σε ποτίσω,
'τί έχεις ταξίδι μακρινό κι ανηφοριά στο δρόμο,
κουράγιο, με τη σκέψη μου θα σου βαστώ τον ώμο.
Μη μ' απαρνιέσαι, αγόρι μου μονάκριβο, στα ξένα,
αν βουληθώ, στ' ορκίζομαι, θ' ακολουθήσω εσένα.
Να μην ξεχάσεις να μου πεις, με το στερνό αντίο,
αν μ' αγαπάς, όπως κι εγώ μοιράζομαι στα δύο.
Σπαράζουν, μ' αναφιλητά οδύνης, φυλλοκάρδια,
μισεύεις, και ως το πουρνό θάν' η ψυχή μου άδεια.
Τα σύγνεφα βουρκώσανε και συνοδειά μου κλαίνε,
με σιγανό-ψιχάλισμα τα μοιρολόγια λένε.
Καθώς ρανίδες πέφτουνε, αργά, πάνω στο χώμα,
κρίνα ο τόπος γέμισε με λυπημένο χρώμα.
Σβήνει ο ήλιος ξαφνικά, το τέλος σου ζυγώνει,
χορό θανάτου έσυρες, στου Γολγοθά τ' αλώνι.
Άνοιξε ο ουρανός στα δυο, βροντά κι αστράφτει γύρω,
μα στις πληγές σου άρχισε και αναβλύζει μύρο.
Παρήγγειλα και μου 'στειλε, το μυρωμένο αγέρι,
μαντάτο για του Χάροντα το φοβερό λημέρι.
Με τ' αγγελούδια συντροφιά, προλάβαμε το χρόνο,
και θα σε δούμε Βασιλιά, σε δοξασμένο θρόνο.
Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά, η ελπίδα περιμένει
της σωτηρίας, άσβεστη, στα σωθικά κρυμμένη.
Το φως απ' τον Αχέροντα, σαν μια μεγάλη λάμψη,
θα φέρει την Ανάσταση κι ανέσπερο θ' ανάψει.
ΝΙΚΟΣ ΜΠΑΤΣΙΚΑΝΗΣ

ΕΘΙΜΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ
Στην Αθήνα, οι νοικοκυρές πριν βγει ο επιτάφιος, πριν πολλά χρόνια, σκούπιζαν τους δρόμους και όταν περνούσε η πομπή, έβγαιναν στις πόρτες με ένα κεραμίδι, που είχε πάνω του αναμμένο καρβουνάκι με λιβάνι.
Στην Κίο, τη Μεγάλη Παρασκευή που γυρίζουν τον Επιτάφιο, σταματούν στις διασταυρώσεις και μνημονεύουν. Επίσης οι πόρτες των σπιτιών τους μένουν ανοιχτές, για να μπει μέσα η Θεία Χάρη. Οι άνθρωποι πηγαίνουν νωρίτερα και τοποθετούν χώμα στα σημεία που θα σταματήσει ο επιτάφιος. Μόλις τελειώσει η λειτουργία, πηγαίνουν και παίρνουν από εκείνο το χώμα και το σκορπούν στο σπίτι για να χαθούν οι κοριοί.
Στη Σπάρτη, όταν γυρίσουν τον Επιτάφιο, τον ξεστολίζει ο καντηλανάφτης, ο οποίος παίρνει τα κεριά και τα φυλάει. Την άλλη μέρα, τα βάζει ο παπάς σε ένα δίσκο με τα σταυρολούλουδα και τα μοιράζει στις γυναίκες. Τα λουλούδια αυτά, οι γυναίκες τα κρατούν ως φυλαχτό και όταν αρρωστήσει ένα παιδάκι βάζουν στα κάρβουνα λίγο νερό και μερικά σταυρολούλουδα και το λιβανίζουν.
Τη Μεγάλη Παρασκευή πολλοί πίνουν ξύδι, ενώ στην Κρήτη, βράζουν σαλιγκάρια και πίνουν το ζουμί τους, που είναι ιδιαίτερα πικρό. Στην Κορώνη δεν βάζουν τίποτα στο στόμα τους. Επίσης, σε πολλά χωριά οι άντρες δεν ασχολούνται με μαστορέματα και ιδιαίτερα με καρφώματα που παραπέμπουν στον τρόπο θανάτου του Χριστού. “Μάστορης-ξεμάστορης καρφί δεν εκάρφωνε”, λέει η λαϊκή παροιμία.
Στη Μυτιλήνη, αν τελειώσει η περιφορά, “αρπάζουν” τα λουλούδια, γιατί πιστεύουν πως κλεμμένα έχουν πιο θαυματουργές ιδιότητες. Τα “Χριστολούλουδα” τα φυλάνε για το καλό. Με αυτά γιατρεύουν τον πονοκέφαλο, τα κάνουν φυλαχτά και με αυτά γαληνεύουν τη θάλασσα όσοι ταξιδεύουν, σύμφωνα με την παράδοση.
Στην Υδρα υπάρχει το “έθιμο της δέησης”. Ο Επιτάφιος της συνοικίας Καμίνι μπαίνει στη θάλασσα και διαβάζεται η Ακολουθία του Επιταφίου, δημιουργώντας μία ατμόσφαιρα κατανυκτική. Αυτό γίνεται για να ευλογηθούν τα νερά και να γίνει δέηση υπέρ των ναυτικών που ταξιδεύουν, για ήσυχα ταξίδια και καλό γυρισμό.
Στη Νάξο, δεν φιλάνε τη Μεγάλη Παρασκευή, γιατί με το φιλί του πρόδωσε ο Ιούδας το Χριστό, ενώ δεν σφάζουν, «για το αίμα του Χριστού».
Στην Αμοργό, τη Μεγάλη Παρασκευή το απόγευμα προσφέρονται ψωμί, ελιές και νηστίσιμα γλυκά σε κατοίκους και επισκέπτες. Το ίδιο βράδυ, κατά την περιφορά του Επιταφίου στα χωριά, οι γυναίκες, από τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών, ραίνουν τον κόσμο με κολόνιες και αρώματα.
Στην Τήνο τη Μεγάλη Παρασκευή, όλοι οι επιτάφιοι μαζί και των καθολικών συναντώνται στην Εξέδρα της Χώρας , ψάλλουν για λίγο μαζί και συνεχίζουν οι καθένας την πένθιμη πορεία του προς τους δρόμους της εκάστοτε ενορίας. Ο Επιτάφιος του Αγίου Νικολάουτης Τήνου μπαίνει επίσης στη θάλασσα και το όλο σκηνικό που δημιουργούν οι πυρσοί, ο φλεγόμενος σταυρός, οι σειρήνες από τα πλοία, οι ψαλμωδίες και οι χιλιάδες πιστοί που παρακολουθούν είναι πολύ όμορφο.
Δυο θρησκευτικοί κόσμοι, ο ορθόδοξος και ο καθολικός, συναντώνται στην πλατεία τηςΣύρου, για να γιορτάσουν με κατάνυξη και αμοιβαίο σεβασμό τη Mεγάλη Παρασκευή. Oι Eπιτάφιοι των Kαθολικών στην Aνω Σύρο ξεκινούν από τον Nαό του Aγίου Γεωργίου και στην Eρμούπολη από τον ιερό Nαό Eυαγγελιστών. Oι Eπιτάφιοι των Oρθοδόξων ξεκινούν από τις ενορίες Aγίου Nικολάου, της Kοιμήσεως και τη Mητρόπολη της Mεταμορφώσεως. Mετά την περιφορά καταλήγουν όλοι στην Kεντρική Πλατεία Mιαούλη, όπου γίνεται κατανυκτική δέηση και ψάλλονται τροπάρια της Mεγάλης Παρασκευής από τη χορωδία του Aγίου Nικολάου και Iεροψάλτες.
Στο Μελιγαλά, τη Μεγάλη Παρασκευή το βράδυ, ανάβουν “φουνταρίες”. Κάθε νοικοκυρά, όταν σημαίνει η καμπάνα για τον Επιτάφιο, ρίχνει μπροστά στην πόρτα του σπιτιού της δυο – τρία μάτσα κληματόβεργες και τους βάζει φωτιά. Μέχρι να βγει ο Επιτάφιος, οι κληματόβεργες έχουν πλέον γίνει θράκα. Την ώρα που o παπάς περνά έξω από το δρόμο του σπιτιού της, η νοικοκυρά ρίχνει πάνω στη θράκα μια χούφτα μοσχολίβανο.
Ύδρα: Στην Ύδρα, έχουν ένα ξεχωριστό έθιμο την Μεγάλη Παρασκευή. Εκεί στην συνοικία Καμίνι, ο Επιτάφιος μπαίνει στην θάλασσα και διαβάζεται η ακολουθία του. Ξεχωριστή θέση έχουν και τα πολύχρωμα βαρελότα που φωτίζουν στην συνέχεια τον ουρανό.
Στη Σαντορίνη, ξεκινώντας από νωρίς το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, δεκάδες παιδιά τοποθετούν σε ταράτσες, μπαλκόνια, δρόμους, αλλά και στα τείχη του μεσαιωνικού κάστρου χιλιάδες «τενεκεδάκια». Πρόκειται για αυτοσχέδια λυχνάρια που καίνε παραφινέλαιο και μόλις πέσει το σκοτάδι και λίγο πριν την έναρξη της περιφοράς του Επιταφίου, ανάβουν και προσδίδουν μαγική ατμόσφαιρα στο νησί.
Στα περισσότερα νησιά των Κυκλάδων,  τη Μεγάλη Πέμπτη, μετά το τέλος της ακολουθίας των Παθών, κάτοικοι συγκεντρώνονται στην εκκλησία και στολίζουν τον Επιτάφιο με άνθη και οι ενορίες συναγωνίζονται ποιος θα στολίσει τον καλύτερο Επιτάφιο. Τον στολίζουν κορίτσια κυρίως με βιολέτες
Ζάκυνθος: Στο νησί της Ζακύνθου, ο Επιτάφιος, γίνεται με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι στην υπόλοιπη Ελλάδα. Εκεί , σύμφωνα με ένα πανάρχαιο έθιμο, η περιφορά του Επιταφίου, γίνεται τις πρώτες πρωινές ώρες του Μεγάλου Σαββάτου, ενώ με την ανατολή του ηλίου, ο Δεσπότης σηκώνει την Ανάσταση.
Λιτόχωρο: Στο Λιτόχωρο το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης στολίζονται οι επιτάφιοι που φτιάχνονται από ανύπαντρες κοπέλες, που όλη την Σαρακοστή φτιάχνουν λουλούδια από ύφασμα. Το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής γίνεται στο παζάρι η συνάντηση των Επιταφίων που συνοδεύονται από χορωδίες Λιτοχωριτών, δημιουργώντας έτσι ένα εκπληκτικό θέαμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΟΛΥΑΝΝΑΣ

Παιδική Βιβλιοθήκη Α΄ : «Πολυάννα, το παιχνίδι της χαράς» Ελένη Χοντολίδου /  Ο Αναγνώστης      Πρωτοδιάβασα την  "Πολυάνν...