ΠΕΡΙ ΘΕΑΤΡΟΥ (ΤΑ ΜΠΟΥΛΟΎΚΙΑ)

Ταξίδευαν πάντα με εισιτήριο τρίτης θέσης στο τρένο, έπαιζαν σε καφενεία ή σε αυλές σχολείων, το ρεπερτόριό τους ήταν συγκεκριμένο, έμεναν όπου μπορούσαν-συχνά κάτω από άθλιες συνθήκες, βρίσκονταν συνεχώς σχεδόν σε κίνηση.
Τα θεατρικά μπουλούκια άκμασαν κυρίως τον 19ο αιώνα έως και το πρώτο μισό του 20ου , δημιούργησαν σχολή από την οποία πέρασαν και μεγάλα ονόματα του ελληνικού θεάτρου, αν και σπάνια το ομολογούν.
Η λαικότροπη θεατρική πρακτική αλλά, και η συνεχής μετακίνησή τους σε χωριά και αστικά κέντρα της ελληνικής επικράτειας, ανέδειξαν τα μπουλούκια ως το κλασσικό πρότυπο της ελληνικής λαικής θεατρικής παράδοσης.
το οτι είχαν επιτελέσει έργο σπουδαίο, κατά γενική ομολογία, ήταν πως είχαν εκπαιδεύσει θεατρικά-με τον τρόπο τους βέβαια- ολόκληρη την ελληνική επαρχία.

"Η Γκόλφω", "Ο αγαπητικός της βοσκοπούλας", "Η ωραία του Πέραν", "Εσμέ η Τουρκοπούλα", "Ο κουρσάρος", "Τιμή και χρήμα", "Η Κασσιανή", ήταν μερικά μόνο από τα έργα που περιλαμβάνονταν στο ρεπερτόριο των μπουλουκιών.
Έργα παιγμένα συνήθως πάνω σε αυτοσχέδια σκηνή, που την αποτελούσαν τραπέζια καφενείων,  ενώ το φως από τα λουξ προσπαθούσε να δημιουργήσει ατμόσφαιρα, να "φωτίσει" τους ηθοποιούς ανάλογα με τη στιγμή. 

Όσο μεγαλύτερο ρεπερτόριο είχε ένα μπουλούκι, τόσο περισσότερο μπορούσε να μείνει σε ένα μέρος, αλλάζοντας έργο κάθε βράδυ. Ανάλογα με τη σύνθεσή του, κάθε θίασος ενέτασσε στο πρόγραμμά του και κάποιες "νούτικες" κωμωδίες. Αυτές οι κωμωδίες δεν είχαν κανενός είδους κείμενο. Είχαν πλαίσιο και κατεύθυνση μόνο, οι ηθοποιοί ήταν αναγκασμένοι να αυτοσχεδιάζουν. Κι αυτό ίσως ήταν το μεγαλύτερο σχολείο των μπουλουκιών: ο αυτοσχεδιασμός. Αυτό τους έδινα άλλωστε και τη δυνατότητα να περνούν από την κωμωδία στο δράμα και αντίστροφα.
Δράμα και κωμωδία, κάποια τραγουδάκια, για να μην φύγει το κοινό σεκλετισμένο από την παράσταση.
Τα ανέκδοτα από την ζωή των μπουλουκτσήδων είναι πολλά. Κάθε βράδυ και μια εμπειρία, κάθε πόλη και χωριό από ένα συμβάν. Κανείς δεν πλούτιζε παίζοντας στα μπουλούκια. Τις περισσότερες φορές έπαιζαν μόνο για ένα πιάτο φαγητό, στην ταβέρνα της πόλης όπου έπαιζαν. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που οι χωρικοί  μην έχοντας χρήματα να πληρώσουν, ανταπέδιδαν το θέαμα σε είδος... Ένα καρβέλι ψωμί, αυγά, πατάτες, λάδι...

Τόπος συνάντησης των μπουλουκιών ήταν συνήθως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Εκεί αποφάσιζαν ποιοί θα συμμετέχουν και γιατί. Ανάλογα πάντα με το ρεπερτόριο. Τα μπολούκια ήταν συνήθως οικογενειοκρατούμενα. Ο αρχηγός του ήταν συνήθως και ο ιδιοκτήτης του εξοπλισμού. Συχνά-πυκνά ο ελεύθερος ηθοποιός, άνδρας ή γυναίκα,  έπρεπε να βρει ταίρι, για να μην προκαλούν τις μικρές επαρχιώτικες κοινωνίες.

Στην περίοδο της ακμής του κανένα από τα μπουλούκια που σεβόταν τον εαυτό του δεν πήγαινε στα πανηγύρια. Το θεωρούσαν το ύστατο στάδιο ξεπεσμού. Ωστόσο μετά τον πόλεμο, όταν πια είχαν δημιουργηθεί οι πρώτες θεατρικές αίθουσες και είχε αρχίσει να εξαπλώνεται ο κινηματογράφος, πολλά μπουλούκια μετήλθαν κι αυτό το μέσον για να ανταπεξέλθουν.

η Σπεράντζα Βρανα θυματαιι ....ΠΕΡΙΟΔΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΜΠΟΥΛΟΥΚΙΑ
. Στη διάρκεια των μετακινήσεών μας απο πολη σε πολη μέναμε οπου βρί σκαμε. Πολυτέλειες και ξενοδοχεία μας ήταν άγνωστα. Kάθε φορά που επιχειρούσαν να πάνε σε ξενοδοχεία, τις περισστερες φορές τους διωχνανε γιατί δεν είχαν χρήματα να πληρώσουν. Συχνά νοίκιαζαν καμιά καμαρουλα σε κάπο ια γυναίκα, η  οποία έτσι εξασφαλιζεε την καθημερινή της παρά σταση. Θυμάμαι, στη Λάρισα,μαζί με τον Χατζηχρήστο και την τότε γυναικα του, τη Nίτσα, εγώ κι ο φίλος μου μείναμε σε ένα δωμάτιο μέσα σε μια μάντρα που πουλούσε ασβεστη και καρβουνα πο υ δεν είχε κουφώματα.
Eίχαμε βάλει κάτι σαρακοφαγωμένες κουβέρτες στα παράθυρα γιατί χιονιζε εκεινο τον χειμωνα και ειχε πολυ κρυο . Δεν υπήρχαν κρεβάτια. Πάνω σε τρίποδα βάζαμε τάβλες και παλιές κουβέρτες και φιαχναμε πρόχειρα κρεβάτια. Eίχαμε κι ένα μαγκάλι στη μέση με πυρήνα που κλέψαμε απ τη μάντρα και ζεσταινομασταν. Φοράγαμε και εφημερίδες κατάσαρκα και απ πάνω οτι ρούχο είχαμε, για να μην κρυώνουμε. Όταν ήρθε η ΄Ανοιξη βγάζαμε τις κουβέρτες  απο τα παραθυρα και μας φαινοταν όαση το δωματιο.
Φτιάχναμε μια σκηνή την λεγόμενη "παράτα" έχοντας λάμπες λουξ για φωτισμο. Υποβολείο έκανε όποιος δεν ηταν μονιμα στην σκηνή, όταν ο φωτισμός επεφτε ανεβαινε ενας ηθοποιος στην σκηνή για να τρομπάρει τις λαμπες.Πολλές φορές το κοινο έπαιρνε μέρος στην παρασταση και φώναζε " και την άλλη λάμπα και την άλλη" Άλλωτε πάλι όταν σε κάποια σκηνή επρεπε κάποιος να σκοτώσει φωναζαν.. "πρόσεχε ο Μήτσος θα σε σκοτώσει..." Φυλάξου!!!
πηγη  "καθημερινη"


Σχόλια