Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΟΛΥΑΝΝΑΣ

Παιδική Βιβλιοθήκη Α΄ : «Πολυάννα, το παιχνίδι της χαράς»

Ελένη Χοντολίδου / Ο Αναγνώστης 
    Πρωτοδιάβασα την "Πολυάννα" της Eleanor Porter πολύ μικρή, σε μετάφραση της Ειρήνης Λαχούρη, εκδόσεις Αιγαίου το 1960. 
   Η Πολυάννα ήταν βιβλίο της μεγαλύτερης κατά τέσσερα χρόνια αδελφής μου που στα παιδικά μου μάτια ήταν πολύ πιο όμορφη, πολύ πιο έξυπνη και πολύ πιο σπουδαία από μένα. Ας αφήσουμε το γεγονός ότι την αγαπούσαν πιο πολύ οι γονείς μας ή έτσι νόμιζα. 
   Σ’ αυτή την αφόρητη… δυστυχία των παιδικών μου χρόνων η Πολυάννα ήταν η παρέα μου, το ίνδαλμά μου, η καλή μου φίλη, εκτός από τις παντελώς ανύπαρκτες και φανταστικές μου φίλες Σύρμα και Μηχανή με τις οποίες έστηνα διαλόγους σε καθημερινή βάση.
     Παρά το ότι ήμασταν ανέκαθεν μία άθεη οικογένεια, δεν με απώθησε το γεγονός ότι κατά βάση η ιδέα του βιβλίου (που σημειωτέον εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1913) είναι ενταγμένη σε ένα θεολογικό πλαίσιο μεταξύ πατέρα-πάστορα και της μικρής και ορφανής από μητέρα του κόρης του Πολυάννας. Μάλιστα, αυτή η στενή σχέση της Πολυάννας με τον πατέρα της νομίζω ήταν ένας από τους λόγους που αγάπησα το βιβλίο τόσο πολύ. Είπατε τίποτε περί οιδιποδείου ;
   Το «παιχνίδι της χαράς» με μάγεψε και νομίζω ότι καθόρισε τον τρόπο που βλέπω τη ζωή. Διαβάζοντας το βιβλίο δεν αγάπησα απλώς την Πολυάννα, ήμουνα η Πολυάννα, μηχανορραφούσα μαζί της, έχωνα τη μικρή μου μυτούλα στις ζωές των κατοίκων της μικρής πόλης… 
  Η Πολυάννα είναι με τον πατέρα της σε ιεραποστολή και περιμένει τα Χριστούγεννα πώς και πώς τα δέματα για να πάρει κανένα παιχνίδι. Αντί παιχνιδιού το δέμα περιέχει δεκανίκια. Στην απελπισία της Πολυάννας ο πάστορας τής δίνει την ιδέα κάθε φορά που της συμβαίνει κάτι άσχημο να σκέφτεται γιατί είναι χαρούμενη ακριβώς με αυτό που συμβαίνει. Εν προκειμένω: «Τι καλά που δεν χρειάζομαι τις πατερίτσες…!». Η καλή πλευρά των πραγμάτων πάντοτε… ή αλλιώς το «παιχνίδι της χαράς».
   Η Πολυάννα ορφανή από μητέρα, χάνει και τον πατέρα της και πέφτει στα χέρια της πλούσιας και γεροντοκόρης θείας Πόλυ που δεν ενέκρινε ποτέ τον γάμο από έρωτα της αδελφής της με τον φτωχό πάστορα. 
  Η θεία Πόλυ μένει στο Μπέλντιγκσβιλ στο Βερμόντ και ζει με πολύ αυστηρούς κανόνες, δεν αγαπάει τα παιδιά και αναλαμβάνει την Πολυάννα από αίσθηση καθήκοντος προς την αδελφή της και προσπαθεί επί ματαίω να τιθασεύσει τη χαρά και την αισιοδοξία της ανεψιάς της. 
   Η Πολυάννα αγαπιέται από τους κατοίκους της μικρής πόλης αμέσως και όλοι αρχίζουν να παίζουν το «παιχνίδι της χαράς» έως ότου η Πολυάννα τραυματίζεται σε αυτοκινητιστικό ατύχημα και μένει παράλυτη μη μπορώντας να χαρεί για τίποτε. Τότε, είναι η σειρά της μικρής πόλης να ενθαρρύνει την Πολυάννα. Το βιβλίο τελειώνει με τη θεία Πόλυ να παντρεύεται τον αγαπημένο της και την Πολυάννα να περπατά.

Σχόλια