ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΕΣ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΝΟΤΕΣ … ΣΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΡΙΖΑ ΤΗΣ ΚΡΑΥΓΗΣ ٭

Κριτική μελέτη του Θεόδωρου Ταβουλάρη επάνω στίς ποιητικές συλλογές της Ντόρας Κουλουμπή – Μανατάκη με τίτλο : «Πικρό ΟΧΙ, γλυκό ΝΑΙ», και «Μια κραυγή απ’ την γη … και σιγή».
%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b1-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b5%ce%bf
ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΕΣ ΜΕ ΛΕΞΕΙΣ ΓΙΑ ΝΟΤΕΣ …
ΣΤΗ ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΡΙΖΑ ΤΗΣ ΚΡΑΥΓΗΣ ٭
Κυρίες και κύριοι καλησπέρα σας.
Οι «Θεοί» έχουν πεθάνει, ακόμη και στον Λογοτεχνικό χώρο, κι εμείς δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τα όνειρά μας.
Αναδυόμαστε από το κενό, γυρίζουμε και κοιτάζουμε για λίγο, κι ύστερα ξαναγυρίζουμε στο κενό.
Υπάρχει μόνο η σιωπή, κι έτσι υποχρεωνόμαστε να μιλήσουμε εμείς.
Να μιλήσουμε και να πούμε ότι στο μανιασμένο τοπίο των ημερών, να που υπάρχουν κάποιοι, που αντιτάσσουν το φως στις ενέδρες των ίσκιων και δημιουργούν ή διοργανώνουν εκδηλώσεις όπως είναι το 9ο Συμπόσιο Ποίησης.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα σ’ αυτόν τον κοραλλένιο χρόνο του ποιητικού συμποσίου, θα συναντήσουμε άνθη που πετούν την γύρη τους δοξαζόμενα την Άνοιξη.
Ένα από αυτά είναι η ποιήτρια Ντόρα Κουλουμπή – Μανατάκη, που παρουσιάσθηκε στην Ελληνική Γραμματεία το 2000 με την ποιητική της συλλογή «Πικρό ΟΧΙ, γλυκό ΝΑΙ», και το 2003 με την δεύτερη ποιητική συλλογή της «Μια κραυγή απ’ την γη … και σιγή».
Διαβάζοντάς την είδα τον συνδυασμό του πάθους με την λογική, το διάπυρο λυρισμό με την ελεγκτική διαύγεια, την εκρηκτική ψίχα και ψυχή της γλώσσας στην ουσία των λέξεων στην απογύμνωσή τους.
Τα απλωμένα τοπία του Είναι της εγγυώνται την διαύγεια του πνεύματός της μέσα σε μία ρίμα που δράμει σε φωτεινούς δρόμους ευρυθμίας, αφού διατηρεί όλο το εσωτερικό φως και τη μουσικότητα της παραδοσιακής γραφής.
Θα λέγαμε «παρτιτούρες με λέξεις για νότες», όπου εκτινάσσει τον αναγνώστη, όταν διαπιστώνει, όπως κι εγώ, ότι το μουρμούρισμα των πηγών δεν στέρεψε ακόμη, ότι υπάρχουν λουλούδια που δεν διαλέγουν εποχές, ψυχές που δεν αρνούνται την ελπίδα.
Υπάρχουν στιγμές που δεν μετριέται ο χρόνος και αστραπές που σπαθίζουν την νύχτα του αιώνα και σ’ ένα νοτισμένο χαρτί πλάθουν όνειρα και προχωρούν ν’ ανέβουν στο βάθρο της σιωπής σμιλεύοντας την ποίησή τους.
Η ποιήτρια στο εσωτερικό ιερό της ανθρωπιάς της, κρύβει την μελαγχολία των στιγμών που φέρνει μέσα από τα έγκατα της μνήμης το παρελθόν, μπροστά στο θαμπωμένο τζάμι του γραψίματός της, αλλά και σαν συλλέκτρια χρωμάτων «ουράνιου τόξου», ξεχύνεται λάβα ηδονής της πένας της παίρνοντας τα κλειδιά της παραδείσιας πύλης και της μυσταγωγίας απ’ τα αφρισμένα κύματα του αιώνιου έρωτα.
Εκεί η συμπυκνωμένη δύναμη της σκέψης της, είναι το απόσταγμα του διυλισμένου λόγου, που με ένα ήθος σιδηρουργό και καμινευμένο υπέρ του εξαίρετου της ποιήσεως, να έχει τη δύναμη με λίγα να λέει πολλά … Αυτό είναι το χαρακτηριστικό της ποίησης, της Ντόρας Κουλουμπή – Μανατάκη.
Πολλές φορές η ποιήτρια αισθάνεται πως μια μεγάλη θάλασσα υπάρχει στο κορμί της, όπου μιλάει με όλο το πλάτος και το βάθος της φωνής, με όλα τα μυστικά της και την αιώνια μεταλλασσόμενη μορφή της.
Ακούει τον διάλογο του ανέμου με την θάλασσα, και μέσα από τα ανθισμένα κύματα, οι λέξεις σέρνουν μέσα τους φωνές, ρουφά την αρμονία τους, χορεύει στον αφρό τους, ταξιδεύει στην ρίγη ενός πυρετού.
Με κομμένη την ανάσα στο μανιασμένο παφλασμό της αγρύπνιας, που η θύελλα έχει ευλογήσει, γίνεται βράχος όπου τα κύματα δοκιμάζουν την γλυπτική τους, κι ανασαίνει μήτρα καρποφόρα η ποίησή της.
ΒΡΑΧΟΣ ΚΑΙ ΘΑΛΑΣΣΑ
(σελίδα 35)
Ο βράχος και η θάλασσα αιώνιοι εραστές
ζούνε κι δυό τον έρωτα γεμάτο εναλλαγές.
Εκείνος πάντα ακλόνητος, βουβός καρτερικός,
είν’ ο δικός της σύντροφος πιστός ιδανικός.
Σαν μια σειρήνα ακούραστα του σιγοτραγουδάειμε νάζια και καμώματα τον κάνει να μεθάει
με τα γλυκά τα χάδια της και τα τρελά φιλιά της
τόνε κρατάει δέσμιο μέσα στην αγκαλιά της.

Άλλοτε πάλι άγρια γεμάτη αλαζονεία
σαν αμαζόνα λυγερή κρατάει τα ηνία,
καλπάζοντας αγέρωχα στο άσπρο της το άτι,
ορθώνεται πετά ψηλά να φτάσει την Αστάρτη.
Μα εκείνος τηνε καρτερεί πότε θα ημερέψει,
το πλάνο της χαμόγελο μ’ αγάπη να του γνέψει
σ’ ένα Νιρβάνα τέλειο και πάλι να βρεθούνε
και μ’ ένα λίκνισμα γλυκό να ξαναγκαλιαστούνε.
Νιώθει τα κύματα παιδιά μέσα στην αγκαλιά της
που ο έρωτας τους φύτεψε στη μήτρα την δικιά της
και του τα στέλνει ολόγυρα τη νύχτα και τη μέρα
όπως μια μάνα τρυφερή στον στοργικό πατέρα.
Ο έρωτας της εφηβείας της, παίρνει μια λαμπερή, διάφανη όψη, προετοιμάζοντας το μεγάλο μεθύσι της ψυχής και του κορμιού, έτοιμων να παραδοθούν σε μια Διονυσιακή χαρά.
Το κορμί, το κέντρο του Έρωτα, ροδίζει όπως ροδίζει η χαραυγή.
Ο στίχος της νομίζεις ότι πετάχτηκε σαν θριαμβευτικό βέλος, για να υποδηλώσει την ένταση της ηδονής που τον εξακόντισε από τα μύχια της ψυχής της.
Όποιος έχει δυνατότερα μάτια, τον παρακολουθεί στο πέταγμά του προς τα ύψη.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο ντύνει με άνθη φωτιάς την ομορφιά, και μαρτυρεί την θεία καταγωγή των αισθήσεων.
Δες τε πως τα χείλη της πένας της, φιλούν αστερίες εφηβικών ερώτων.
Δες τε πως πορφυρώνει τις λέξεις.
ΕΦΗΒΕΙΑΣ ΕΡΩΤΑΣ         
(σελίδα 22)
Ζεστό φιλί της νιότης, στα χείλη,
λαβωματιά καρδιά σε καρτερά,
σφραγίδα της αγάπης σου της πρώτης
πέταγμα, με αγγέλων τα φτερά.
Ηδονικά φτερούγισε το βλέμμα
ανατριχίλα νιώθει το κορμί
άγνωστος πόθος, ηφαιστείου λάβα
χιμά της εφηβείας η ορμή.
Λευκό το περιστέρι, μα τώρα
κόκκινο χρώμα στάζει στο λαιμό
κοίτα τον ουρανό πέφτ’ εν’ αστέρι
κάνε ευχή τον έρωτα
μη νιώσεις τον καημό.
Όταν νυχτώνει στις αιμόφυρτες πλατείες των ίσκιων, δεν υπάρχουν ψυχές παρά διαμελισμένα ομοιώματα ευτελισμού.
Η ποιήτρια όμως περπατά στην πυκνή ομίχλη των ρημαγμένων δρόμων, στην οδό της Ελευθερίας της.
Εκεί επιπλέουν τα εκτρώματα των φυγομάχων και τα σαθρά «υποστυλώματα» της γλώσσας και αγωνίζεται με κάθε στάλα από το αίμα της πένας της, να ποτίσει με «δάκρυ» το έργο της, μα ταυτόχρονα να το λούσει με «φως».
Κολυμπά με όλες της τις δυνάμεις κόντρα στο ρεύμα.
Δεν μπορούν να την εμποδίσουν να ονειρεύεται.
Θέλει να ζει έντονα τον κοινωνικό προβληματισμό της και κατ’ αυτόν τον τρόπο μετουσιώνεται σε μία φοβερή τρικυμιώδη καταιγίδα οργής και πάθους, προτρέποντας την νέα γενιά να σπείρει ελπίδες, να χαράξει έναν δρόμο με μέλλον φωτεινό, να υπερασπιστούν τις αξίες, που πρέπει να μας χρησιμεύουν, όχι σαν οδηγός, αλλά σαν φως που φωτίζει το σκοτεινό παρόν μας.
Το αποτέλεσμα το εισπράττουμε από την αύρα της γραφής της.
ΝΕΑ ΓΕΝΙΑ … ΣΠΕΙΡΕ ΕΛΠΙΔΕΣ
(σελίδες 38 και 39)
Τα μολυβένια σύννεφά σου ουρανέ
κάν’ τα βροχή και ρίξ’ τα στην ψυχή μου
κι ανταριασμένη θάλασσα εσύ
ξεχείλισε και πνίξε την οργή μου.
Μέσα στα μύχια της καρδιάς την κουβαλώ
γι αυτά που βλέπω και ακούω ολόγυρά μου
και σ’ έναν κόσμο άδικο, παράλογο τρελό,
πρέπει εγώ να μεγαλώσω τα παιδιά μου.
Βλέπω πως χάνονται οι αξίες κάθε μέρα,
στο περιθώριο περνάει η ηθική,
ο σεβασμός να λείπει στον πατέρα,
και η εικόν’ αυτή να είναι γενική.
Γυναίκες ξέχασαν τον ρόλο της μητέρας,
παιδιά γυρίζουν σ’ ένα σπίτι αδειανό,
κι αντί για στοργικό φιλί και χάδι,
μες την ψυχή τους το απέραντο κενό.
Βλέπω θεός να έχει γίνει πια το χρήμα,
μπήκε ο τζόγος στη ζωή μας για καλά
βλέπω ανθρώπους να πατούν επί πτωμάτων,
φτάνει εκείνοι να ανέβουνε ψηλά.
Γέρους ανήμπορους να ζουν στο περιθώριο,
η κοινωνία να τους έχει αρνηθεί,
και ένα κράτος να παλεύει απεγνωσμένα,
την ήττα να μην θέλει να δεχθεί.
Βλέπω το ψέμα ν’ ανεβαίνει μ’ ευκολία,
σ’ όλων τα χείλη, να’ ναι πια τρόπος ζωής
και τα πλοκάμια της ν’ απλώνει η αδικία
να σε τυλίξει και συ πώς να αμυνθείς;
Τώρα εσύ γενιά καινούργια σπείρε ελπίδες
χάραξε δρόμο για ένα μέλλον φωτεινό
όρθωσε ανάστημα άπλωσε χέρι πάρε σκυτάλη
στο κατρακύλισμα πες ένα ΟΧΙ βάλε φραγμό.
Σ’ αυτόν τον αδιέξοδο κόσμο της αγωνίας, η ποιήτρια Ντόρα Κουλουμπή – Μανατάκη, ορθώνεται σαν ραψωδός επίσημος, τολμηρή, ακλόνητη και γενναία να φωνάξει στην κοινωνία του μέλλοντος «ΦΩΝΑΞΤΕ ΕΙΡΗΝΗ».
Ένα φλογερό προσκλητήριο που σφυρηλατεί βάσεις για αγώνες.
Σαλπίζει την ειρήνη με τους στίχους της και δίνει φωτιά, κίνηση και ζωή στα παγωμένα τζάκια των ψυχών, γίνεται λυτρωτική ανάσα και παρουσία ζωής, φάρος ολόφωτος στα ερειπωμένα κάστρα.
Από το αίμα της, άνθη φύονται και με άλλο αίμα ζωντανό αλλά και αυτό ρέον χρωματίζονται οι λειμώνες της ειρήνης.
Αφουγκραζόμαστε την ανάσα της στα πλατειά χείλη του όρθρου και στα καλντερίμια της αντοχής, το «φωνάξτε ειρήνη» χύνεται σαν βάλσαμο στις πληγές των ερειπωμένων ψυχών από μια διψασμένη συνείδηση.
ΦΩΝΑΞΤΕ ΕΙΡΗΝΗ
(σελίδα 18)
Υψώστε τα χέρια
λευκά περιστέρια
πολέμου καμίνι
φωνάξτε ΕΙΡΗΝΗ.
Ριπή αυτομάτου
της πόρτας θανάτου
ο κώδωνας κρούει
κανείς δεν ακούει;
Τα χρόνια περάσαν
οι νέοι γεράσαν
βουβή η ελπίδα
κομμένη σελίδα.
Αθώων το αίμα
ποτάμι που τρέχει
απόφαση φαύλων
ο νους δεν αντέχει.
Προγόνων κατάρα
θυμάτων αντάρα
φωνάξτε ΕΙΡΗΝΗ
και κάτι θα μείνει.
Ταξίδι, μπορεί να σημαίνει για την ποιήτρια, απόδραση στην φαντασία, αλλά, και καταφυγή στην μνήμη. Τα πάντα θέλει να είναι φως, χρώμα, αθωότητα, γλυκύτητα και ανεπεξέργαστη χάρη.
Τα όνειρα και οι φαντασιώσεις της στο ποίημα «Ο νούς κυρίαρχος του ονείρου», βρίσκουν την καλύτερη ερμηνευτική τους.
Τα «τοπία της ψυχής» αποκαλύπτουν τις κρυμμένες όψεις τους.
Το σκοτάδι δεν είναι πλέον ο διάδοχος της ημέρας, αλλά μια «ζωντανή» οντότητα που γεννά το θαύμα, φωτεινό ή σκοτεινό, κατοικεί σε ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, επαναπροσδιορίζοντας με την παρουσία της, τις διαστάσεις της φύσης.
Αποκαλύπτει ότι στο εσωτερικό της άδυτο, συγκατοικεί ακόμη και με μάτια κλειστά, μια ρόδινη ανατολή, που η αυγή θα σκορπίσει ροδοπέταλα στους κόρφους της έκστασης, στον ήλιο του μεσονυχτιού.
Αποκαλύπτει πως πάλλεται και δονείται η ανάσα της, απ’ τ’ ανήλιαγα έγκατα όπου βρίσκεται η «σκοτεινή ρίζα της κραυγής», όπως είναι και μέρος του τίτλου του βιβλίου της.
Σε αυτό το ποίημα θα δούμε πως μορφικά γεφυρώνει την νεώτερη ποίηση με την ζωντανή παράδοση.
Ο ΝΟΥΣ …
ΚΥΡΙΑΡΧΟΣ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ
(σελίδα 42)
Τσιμέντο, καπνός, καυσαέρια
και οι σκέψεις διαβατάρικα πουλιά
μα εγώ τις θέλω άσπρα περιστέρια
να νανουρίζουν κάθε που βραδιάζει.
Μικρό ολόλευκο σπιτάκι
κοντά στ’ ακροθαλάσσι
γλάροι λευκοί, αλμυρό νερό
και γοργοτάξιδα πλεούμενα.
Στου δειλινού το αντιφέγγισμα
οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου,
μικρά κρυσταλλάκια σπασμένου καθρέφτη
πάνω στην γλυκιά ανατριχίλα της θάλασσας …
Και στο μισοπέλαγο, βαθύ μπλε.
Η νύχτα απλώνει τα μαύρα πέπλα της …
Ο νους κυρίαρχος των μακρινών
ταξιδιών του ονείρου.
Καλπάζει σαν πρίγκιπας παραμυθιού.
Σε άσπρο άτι
με την άκρη του μυαλού.
Αγγίζει το όνειρο
και με τα μάτια κλειστά το ζει.
Όταν το όραμα αποτραβιέται κακοποιημένο από συμβιβασμούς, η ίδια νοιώθει την ανάγκη να κάνει την διαμαρτυρία της και με οργή την καθαρή σκέψη της λογχίζει τα δρώμενα της ορθολογιστικής ευδαιμονίας.
Η παγκοσμιοποίηση και η έκπτωση των ηθικών αξιών, είναι το υλικό που προσφέρεται για μια «κραυγή» στο σκοτάδι, γιατί βρίσκεται μέσα στον πυρήνα των γεγονότων και της αβεβαιότητας.
Αφήνει τον ενεργητικό απόηχο της φωνής της να τρυπώσει στις ψυχές της γενιάς της και να την συνταράξει.
Η πατρίδα της γιγαντώνεται μέσα της, το ξεχείλισμα της ΑΓΑΠΗΣ της κατορθώνει να το περάσει μέσα από μία μεγάλη Λειτουργία που συντελείται στο είναι της και στο γράψιμό της.
Είναι το γαλάζιο όνειρο της Ελληνικής ομορφιάς.
«Πατρίδα μου δεν θέλω όλη τη γη
θέλω την γαλανόλευκη σημαία να κυματίζει …»
Αυτό το Ελληνικό φως είναι το Αγίασμά της, που το κρατάει άφθαρτο, ασύλληπτο, αιώνιο και λαμπαδιάζει μέσα της.
ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΩ ΟΛΗ ΤΗ ΓΗ
(σελίδα 14)
Πατρίδα μου δεν θέλω όλη τη γη
μα το μικρό κομμάτι της
που λέγεται Ελλάδα,
με τις ραχούλες της
τα ακρογιάλια τα βουνά
και τα ασπρονήσια, όμορφα,
λουσμένα στη λιακάδα.
Πατρίδα μου δεν θέλω όλη τη γη,
θέλω τη μπλε μικρή
κουκίδα μες το χάρτη,
όπου πολύ αγάπησαν
και ξένοι και ρωμιοί
και που η ιστορία της
κάνει τον νου αντάρτη.
Πατρίδα μου δεν θέλω όλη τη γη
μέσα σε σύνορα στενά
τη θέλω αγαπημένα
αυτή που ύμνησαν
ο Σολωμός κι ο Παλαμάς
και των προγόνων κόκαλα
είναι βαθιά θαμμένα.
Πατρίδα μου δεν θέλω όλη τη γη
θέλω τη γαλανόλευκη
σημαία να κυματίζει
περήφανη ελεύθερη
στ’ ανέμου την πνοή
και στους ξενιτεμένους μας
ΕΛΛΑΔΑ να θυμίζει.
Το τοπίο ανασαίνει δύσκολα, οι πολυκατοικίες λες και είναι φράχτες και πάσσαλοι στην καρδιά της.
Εκεί για πολλούς δύουν οι αισθήσεις.
Η Ντόρα Κουλουμπή βρίσκει την γλώσσα του πυρετού, του μπλε πρωινού, του πιο γλυκού φιλιού.
Αυτό το γκρίζο την ενοχλεί, είναι πιο σκληρό κι απ’ το μαύρο.
Η σύγχρονη πόλη έχει αποκτήσει τον δικό της χάρτη και την δική της κόλαση, για την ποιήτρια λάμπει στην μνήμη της με άλλους χρωματισμούς.
Η ακοίμητη νοσταλγία, της έχει προσκολληθεί στα μάτια επίμονα.
Ξαναζεί αυτές τις στιγμές με τις άσβεστες μικρολεπτομέρειες με τις μεγάλες γοητευτικές γραμμές.
Η ψυχή της δεν μπορεί να παραδοθεί σ’ αυτή την καταθλιπτική ατμόσφαιρα των πολυκατοικιών, αναζητά το πατρικό της σπίτι μέσα από την ομορφιά του λόγου.
ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ
(σελίδα 16)
Το πατρικό το σπίτι μου νοστάλγησα να δω
με την ψηλή την όμορφη πράσινη ακακία
ξεκίνησα αργά – αργά και πήρα το στρατί
μα άντ’ αυτού αντίκρισα μια πολυκατοικία.
Ένα στενόμακρο κουτί φτιαγμένο από μπετόν
καγκελωτά μικρά στενά,, άχαρα μπαλκονάκια
που πίσω του σαν να’ τανε μέσα φυλακή
με κοίταζαν δυό όμορφα, δυό παιδικά ματάκια.
Πριν κάμποσα χρόνια σε αυτή την ίδια γειτονιά
έζησα εγώ σαν να’ μουνα ελεύθερο πουλάκι
μα συ μικρό μου τώρα ζεις χωρίς καν να νιώθεις
φυλακισμένο δυστυχώς, μες σε χρυσό κλουβάκι.
Εμένα τα παιχνίδια μου με χώμα και νερό
σκάβαμε με τους φίλου μου φτιάχναμε λακουβάκια
κυλιόμαστε και τρέχαμε σαν παίζαμε κρυφτό
στις γύρω αλάνες, στις αυλές, στα πίσω τα σοκάκια.
Εσένα τα παιχνίδια σου πολλά και ζηλευτά
μπορεί να είναι ακριβά μα δεν θα καταφέρουν
να σου γεμίσουν το κενό της μοναξιάς που ζεις
αυτής που εγώ δεν έζησα, μα όσα κι αν σου προσφέρουν.
Η μαγική λειτουργία της ποίησής της περνά από το πιο όμορφο όνειρο, με ένα μεθυσμένο χαλινάρι αναζητά τον δικό της Παράδεισο.
Αυτή η ομορφιά, που είναι μία οδός – η μόνη ίσως οδός – προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει.
Μέσα σ’ αυτό, προχωρεί να συναντήσει τη νέα ζωή και να την αγκαλιάσει, περιφέρεται σαν μοναχικός ήρωας, αναζητώντας να εκπληρώσει τους κρυφούς πόθους που την τυραννούν στερώντας την τον ύπνο.
Βαδίζει όπου ο νούς της την καλεί.
βαδίζει «προς την δόξα …» της ποίησης.
ΠΡΟΣ ΤΗ ΔΟΞΑ …
(σελίδα 15)
Καβαλάρη του πιο όμορφου ονείρου
πιλαλώντας στη δόξα τραβάς
ατενίζεις το βάθος του απείρου
σε μια ρότα που εσύ κυβερνάς.
Μεθυσμένα τραβάς χαλινάρι
κουρνιαχτό πίσω, σκόνη, βοή
έναν ήλιο σωστό κεχριμπάρι
θέλεις να φτάσεις με μία πνοή.
Οι μεγάλες μορφές σε μαγεύουν
να αγγίξεις ζητάς την κορφή
διεξόδους οι σκέψεις γυρεύουν
και μια ελπίδα που μένει κρυφή.
Καβαλάρη του πιο όμορφου ονείρου
τράβα όπου ο νους σε καλεί
αν τ’ αξίζεις το νήμα θα κόψεις
στο ψηλότερο θ’ ανέβεις σκαλί.
Δεν υπάρχει δημιουργία χωρίς παράδοση και η παράδοση δεν μπορεί να επιζήσει χωρίς την ανανέωση, χωρίς την καινούργια δημιουργία, χωρίς την αέναη ανθοφορία του λόγου.
Άλλο ένα ποίημα που ανοίγει τον δρόμο για την είσοδο του ελεύθερου στίχου, ο οποίος όχι μόνο δεν ενοχλεί τη μουσικότητα της έκφρασης, αλλά και την ποικίλλει με έναν πολύ γόνιμο και αποτελεσματικό τρόπο.
Η Ντόρα Κουλουμπή – Μανατάκη, με λυρικές ανταύγειες χρωμάτων και πάθους, άωρου νοσταλγικού τριανταφυλλένιου δειλινού, ή ουράνιου τόξου, μορφώνει και μορφοποιεί γλωσσικά τις εικόνες της, αγκαλιάζει τον έρωτα και τον κάνει τραγούδι.
Ο λόγος της στρωτός κι ο στίχος της, λαξεμένος σε βράχους ονείρου, φιλοσοφημένος και πανταχού παρόν.
Πίσω από την πλάτη του πρώτου σύννεφου, συνωμοτεί με λίγες αχτίδες.
Συλλαβές ολοκαίνουργιες φωσφορίζουν στα χείλη της, ριγούν και λάμπουν στην αγκαλιά της.
Οι λέξεις ξυπνούν απ’ την χώρα του ύπνου και αφήνονται σ’ ένα ανθοπλεγμένο ήλιο ονείρου, μιάς παραδείσιας πύλης.
ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ
(σελίδα 34)
Των ονείρων μου το πέπλο έπεφτε γκρίζο
και ήρθες εσύ, ουράνιο τόξο
σαν χλιμίντρισμα από ατίθασο άτι.
Η χαρά ξεπήδησε και κάλπασε
ζητώντας την ευτυχία.
Δεν θέλω όνειρα κλείνω τα μάτια
στο χτες μα και στο αύριο.
Το σήμερα, το τώρα
είναι η πηγή μου που αναβλύζει
και μέσα σ’ αυτήν σβήνω τη δίψα
της μοναξιάς μου,
των χαμένων στιγμών του παρελθόντος.
Στις κολασμένες ώρες
τραβάω μια χαρακιά.
Σαν την λάβα η ηδονή ξεχύνεται
απ’ το καυτό κορμί μου
και σβήνει πάνω στο ασπρογάλαζο
αφρισμένο κύμα του έρωτά σου.
Πόσα πέπλα πρέπει να φορέσω
για να ξεγυμνωθώ αργά – αργά
κάνοντας μυσταγωγία στον έρωτα
την στιγμή αιωνιότητας
και το τέλος,
κλειδί μιας παραδείσιας πύλης.
Ο γεμάτος μουσικό αίσθημα στοχασμός της, αδελφωμένος με την φαντασία της, παρακολουθεί τις απόμακρες πολύπλοκες γραμμές μέσα στην ψυχή, και σιγά – σιγά ξετυλίγεται σε τραγούδι, και το τραγούδι παίρνει την έκταση ενός γενικότερου ποιήματος.
Η Ντόρα Κουλουμπή – Μανατάκη, δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τον γρήγορο ρυθμό του αίματος, και χωρίς την καυτή εξομολόγηση μπροστά στο λευκό χαρτί … «στις λευκές της σελίδες», θα ξετυλιχτούν οι μνήμες και θα αλιεύσει γεγονότα απ’ αυτήν την στέρνα, απ’ όπου θα γλιστρά από την «θλίψη στη λαγνεία», και από εκεί στο χώρο που ονομάζεται «σπλάχνα της σιωπής», όταν θα λέει το αντίο.
ΟΙ ΛΕΥΚΕΣ ΜΟΥ ΣΕΛΙΔΕΣ
(σελίδα 13)
Τις λευκές που μου απόμειναν σελίδες,
ποιος ξέρει άραγε με τι θα της γεμίσω
αν θα γραφτούν με πόνο, δάκρυ ή χαρά
ή με ότι λαχταρώ εγώ να ζήσω.
Οι λευκές που μου απόμειναν σελίδες
αν είν’ πολλές ή είναι λίγες δεν το ξέρω
κι αν όνειρά μου που βγουν αληθινά
μέσα σ’ αυτές να γράψω καταφέρω.
Οι λευκές που μου απόμειναν σελίδες
θα συμπληρώσουν της ζωής μου το βιβλίο
θα μπει σε ράφι σκονισμένο, έτσι απλά
όταν θα γράψω τέλος και αντίο.
Στην ποίησή της, η υλική ύπαρξη του ανθρώπου είναι η φυλακή της ψυχής, το σώμα δεν είναι παρά ρούχο που χρησιμοποιεί το πνεύμα στο αέναο ταξίδι του.
Ένα ταξίδι όμως ενός παρόντος χωρίς μέλλον, χωρίς όραμα, ενός παρόντος εγκλωβισμένου στην κενότητα και την φρίκη των ναρκωτικών, είναι ταξίδι σ’ έναν  λαβύρινθο στον οποίον περιπλανώνται οι μοιραίες υπάρξεις, που λες και «κατακάθεται μολυσμένο νερό στη ρίζα του μέλλοντος».
Αυτό, την καθηλώνει και στο ζωτικό κομμάτι του ψυχισμού της, μαζεύει ό,ση αγάπη της έχει απομείνει, για να την μεταδώσει σαν παυσίπονη σταγόνα σ’ αυτόν τον ωκεανό λύπης.
Απολαύστε αυτό το ταξίδι.
Ταξίδι για το ηλιοστάσιο των αγγέλων και της ποίησης.
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
(σελίδα 41)
Χάνεσαι μες το άπειρο
μέσα στους γαλαξίες
και στους πλανήτες ψάχνοντας
για όμορφες αξίες.
Τι μελωδίες θεϊκές
σ’ αγγίζουν σε χαϊδεύουν
χτυπούν ουράνια κύμβαλα
κι αγγέλοι συνοδεύουν.
Το μακρινό ταξίδι σου …
μέσα στο βάθος του απείρου
μικρές φλογίτσες τρέμουν
και σε καλούν, πλησίασε,
μα όλο και μακραίνουν
και το ταξίδι γίνεται
ατέλειωτο στο χάος …
Τα δύο φτερά σου κέρινα
αρχίζουνε να λιώνουν
δύναμη και προσπάθεια
νιώθεις ότι τελειώνουν.
Πάλεψε όμως δυνατά
βγές απ’ την ουτοπία …
τότε θα νιώσεις τι γλυκιά
γεύση που έχει η νίκη
και θα φωνάξεις δυνατά
Ναι, Τώρα μου ανήκει,
Ο ΕΑΥΤΟΣ ΜΟΥ και μ’ αυτόν
θέλω εγώ να ζήσω.
Θέλει απόψε … μια φωτιά να την καίει με όλη την δριμύτητά της, και φλόγες ανυπότακτες να τροφοδοτούνται μόνο από προσωπικές «δεξαμενές σκέψης» και από «δεξαμενές αισθημάτων».
Φλέγεται για δημιουργία.
Αισθάνεται την ανάγκη να ανυψώσει έως τον έβδομο ουρανό της αποθέωσης, το πρόσωπο του πόθου της και να του εξαλείψει κάθε δυσαρμονική γραμμή.
Έτσι κι αλλιώς η ποίηση δεν είναι η λογική. Είναι η καρδιά. Είναι ειλικρίνεια της ψυχής, είναι συγκίνηση, και η ποιήτρια οφείλει να είναι ο εαυτός της και να μην υπακούει παρά μόνο σε ό,τι της υπαγορεύει η καρδιά και το μυαλό της.
ΘΕΛΩ ΑΠΟΨΕ …
(σελίδα 31)
Θέλω απόψε να μιλήσω
και ν’ ανοίξω την καρδιά μου
να ξεφύγω από τη θλίψη
τη σκληρή τη μοναξιά μου.
Με μια άσπρη κιμωλία
ζωγραφίζω την μορφή σου
ζωντανεύω την ματιά σου
νιώθω την αναπνοή σου.
Με το αίμα μου σου βάζω
χρώμα κόκκινο στα χείλη
τ’ άρωμά σου με τυλίγει
καθώς έρχεται το δείλι.
Στα φτερά της φαντασίας
αγκαλιά μαζί πετάμε
μια σταγόνα ευτυχίας
αν ρουφήξουμε ζητάμε.
Το βιβλίο της ζωής μου
με τις γκρίζες της σελίδες
κλείνω πίσω, η αγάπη
μου’ δωσε χίλιες ελπίδες.
Και αν όραμα σε έχω
σήμερα μες το μυαλό μου
πάντα ζω με την ελπίδα
ν’ αναστήσεις τ’ όνειρό μου.
Κυρίες και κύριοι.
Όλα αυτά «τα δάκρυα, μ’ όλων των φλεβών της τους χτύπους», θέλησα να πάρω από την ποιήτριά μας και να ζήσω μαζί σας, αυτό το καθημερινό βάσανο της ψυχής της και την άσβηστη φλόγα του «καιόμενου αίματός» της.
Αυτό το ολοκαύτωμα, την μεγάλη υπόθεση της ζωής, που λέγεται ποίηση, αυτή την οδοιπορία, θέλησα «να μεταλάβουμε» σήμερα μαζί και να μεταγγίσουμε την αγάπη της ως ανθέμιο ιερό στην εκκλησία της καρδιάς μας.
Η Ντόρα Κουλουμπή – Μανατάκη …
Η ποιήτρια, ήλθε γιατί έπρεπε να’ ρθει.
Ψάχνει και θα ψάχνει για τ’ όνομά της, για τ’ όνομά μας.
Σας ευχαριστώ πολύ.
٭ Η κριτική μελέτη του Θεόδωρου Ταβουλάρη με τίτλο «Παρτιτούρες με λέξεις για νότες … στη σκοτεινή ρίζα της κραυγής» παρουσιάστηκε στις εξής πόλεις :
Τον Δεκέμβριο του 2005 στο ξενοδοχείο COGO PALACE της Γλυφάδας και
Στις 12-5 του 2005 στην αίθουσα της Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών Γενναδίου 8 και Ακαδημίας στην Αθήνα, στο 9ο Συμπόσιο ποίησης και δοκιμίου.
%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b1-%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf
Από αριστερά προς τα δεξιά : στο αναλόγιο ο ποιητής Θεόδωρος Ταβουλάρης, η ηθοποιός Ευθυμία Παπαδάκη, η λογοτέχνιδα Κατερίνα Ντούκα – Κοτοπούλου και η ποιήτρια Ντόρα Μανατάκη, οι οποίες απήγγειλαν τα ποιήματα.
%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%81%ce%b1-%cf%86%cf%89%cf%84%ce%bf2
Μία γενική άποψη του κόσμου στο ξενοδοχείο COGO PALACE της Γλυφάδας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΟΛΥΑΝΝΑΣ

Παιδική Βιβλιοθήκη Α΄ : «Πολυάννα, το παιχνίδι της χαράς» Ελένη Χοντολίδου /  Ο Αναγνώστης      Πρωτοδιάβασα την  "Πολυάνν...