ΜΟΝΑΞΙΑ, Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ


ΜΟΝΑΞΙΑ, Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ

 
   Ξεφυλλίζοντας κάποιο περιοδικό, βρήκα σε μια σελίδα ένα γκάλοπ που είχαν κάνει για την ΜΟΝΑΞΙΑ.   Η ερώτηση ήταν… Νιώθετε Μοναξιά;;;;  Αποτελέσματα ποσοστών 82% ναι 18% όχι
        Μου φάνηκε, τρομακτικό το νούμερο. Τόση μοναξιά? Όταν καθημερινά ζούμε και κινούμεθα μέσα σε τόσο κόσμό? Τόση έλλειψη επικοινωνίας ? Γιατί ? τι φταίει ?

         Άθελά μου γύρισα τρεις – τέσσερις δεκαετίες πίσω στην εποχή της γειτονιάς , της αυλής , των σπιτιών με τις δύο – τρεις καμαρούλες , στην εποχή που ο παππούς και η γιαγιά είχαν την πρώτη θέση στο σπίτι, την εποχή που η γειτόνισσα θα έστελνε στο πιατάκι « έτσι για τη μυρωδιά» το φαγητό που μαγείρευε , την εποχή της πρωινής καλημέρας μόλις θα άνοιγες τα παραθυρόφυλλα , των παιδιών που έπαιζαν στους χωματόδρομους και γέμιζαν ζωή με τις φωνές τους το στενό απ άκρη σ άκρη , στην εποχή του μεσημεριανού τραπεζιού που μάζευε όλη την οικογένεια και ο πατέρας έκανε τον σταυρό του για ν αρχίσει το μεσημεριανό φαγητό. Τότε που τα νέα τα μάθαιναν από το  ραδιόφωνο και την καθημερινή ολιγοσέλιδη εφημερίδα   και  σχολίαζαν όλοι μαζί με το απογευματινό καφεδάκι την επικαιρότητα . Τότε που ψώνιζαν από τον μπακάλη της γειτονιάς και όχι από τα τεράστια απρόσωπα σούπερ μάρκετ , που πήγαιναν με τα πόδια στο περίπτερο πιάνοντας στη διαδρομή την κουβεντούλα με τον γείτονα και όχι με το αυτοκίνητο τα 100 μέτρα , τότε που πρόσωπα ήταν η Μαρία, η Ελένη, η Σοφία ο Νίκος , ο Κώστας ,ο Παντελής και όχι  η ψηλή ,η ξανθιά, ή ο μελαχρινός , ο ψαρομάλλης .
         Αν αυτή την ερώτηση «ΝΙΩΘΕΤΕ ΜΟΝΑΞΙΑ» την έκαναν τότε θα είχαν ακριβώς τα αντίθετα ποσοστά 82% όχι 18% ναι
          Σήμερα στα όμορφα πολυτελή διαμερίσματά των αρκετών τετραγωνικών, με τις πόρτες ασφαλείας που όλα τα μέλη της οικογένειας έχουν το δικό τους δωμάτιο, το κομπιούτερ τους, το στερεοφωνικό τους, στεγάσαμε και την μοναξιά , την κάναμε συντρόφισσα στο τραπέζι μας, στο σαλόνι μας, στην κρεβατοκάμαρά μας. Αλλάξαμε τους ρυθμούς της ζωής μας ,αποκτήσαμε πολυτελή αυτοκίνητα, φτιάξαμε άνετους οίκους ευγηρίας για τους ηλικιωμένους , παιδικούς σταθμούς για τα νήπια, κλειστήκαμε στον εαυτό μας και γεμίσαμε φοβίες, ανασφάλειες και καχυποψίες.
          Αποτελέσματα της μοναξιάς,  το ποτό, τα ναρκωτικά, η κατάθλιψη, η καταναλωτική μανία και οι ψυχολόγοι.
           Η μοναξιά έγινε κοινωνική ασθένεια και απλώθηκε σαν επιδημία. Οι μαζικές αποδράσεις των εορτών Πάσχα, Χριστούγεννα και των αργιών είναι η ανάγκη που έχουμε για επικοινωνία. Η Ελληνική επαρχία ευτυχώς έχει ακόμα αυτό που  οι άνθρωποι των μεγαλουπόλεων έχουν χάσει. Οι σχέσεις τους είναι πιο ανθρώπινες πιο υγιείς.  

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΠΑΡΟΙΜΙΑΣ

Ένα ηλιόλουστο πρωινό, ένας τσοπάνος καθισμένος στην άκρη ενός βράχου ψηλά στο βουνό, έπαιζε την φλογέρα του παρακολουθώντας τα πρόβατά του να βόσκουν.
Δεν πέρασε πολύ ώρα και στον ορίζοντα είδε να κάνουν την εμφάνιση τους γκρίζα σύννεφα  που όλο και πύκνωναν. Λίγο πιο πάνω ήταν ένα μικρό ερημοκλήσι του προφήτη Ηλία.
«έρχεται μπόρα μονολόγησε ας πάω κατά πάνω να προφυλαχτώ μέσα στο εκκλησάκι» Πραγματικά σε λίγο μια δυνατή μπόρα ξέσπασε.
Ο τσοπάνος έχοντας στην πλάτη του την γκλίτσα του ( νομίζω πως όλοι ξέρετε πως βάζουν την γκλίτσα τους οριζόντια στον λαιμό τους και την κρατούν με τα δύο τους χέρια) κρατώντας λοιπόν την γκλίτσα του  προσπάθησε να μπει μέσα στο εκκλησάκι όμως δεν τα κατάφερνε γιατί  η γκλίτσα του ήταν μεγαλύτερη από το φάρδος της πόρτας. Προσπάθησε μια, προσπάθησε δύο…
« άφησε με βρε άγιε μου να μπω, θα γίνω μούσκεμα», παρακαλούσε τον άγιο….  Τίποτα….
Νευρίασε ο τσοπάνος κατέβασε την γκλίτσα από το λαιμό του  την κούνησε απειλητικά και όρμησε μέσα….
«αμάν βρε άγιε μου και συ φοβέρα θέλεις για να κάμεις ένα καλό» είπε!
Έτσι κατά την παράδοση βγήκε και η παροιμία….

«Και ο άγιος φοβέρα θέλει»…. 



ΚΥΚΛΟΣ ΖΩΗΣ


                         ΚΥΚΛΟΣ ΖΩΗΣ



          Κουρασμένα συρτά βήματα. Χαραγμένες ρυτίδες. Η ημέρα έχει γίνει ατελείωτη και η νύχτα επίσης το ίδιο. Ο χρόνος κυλά αργά βασανιστικά, γεμάτος γλυκόπικρες αναμνήσεις.
          Τι ήσουν αλήθεια?…
           Στην αρχή…, ένα ροδοπέταλο από ανθισμένο μυρωδάτο τριαντάφυλλο, ένα τρυφερό κλωνάρι που ξεπεταγόταν μέσα από τον Ανοιξιάτικο οργασμό της φύσης, ένα ανήμπορο πουλάκι για πέταγμα ,στη ζεστή αγκαλιά της μάνας.
          Και ύστερα…., είδες το κορμί να σχηματίζεται, τα στήθη , άγουροι καρποί να ωριμάζουν, τον έρωτα να ξεπηδά μέσα από τα βλέφαρα και να πεταρίζει. Άγγιξες την ηδονή, γεύθηκες το γλυκό κρασί της όποιας αμαρτίας, έζησες την άνοιξη της νιότης, το καλοκαίρι του μεστώματος, ένιωσες το βύζαγμα στη ρόγα, το καυτό γάλα να βγαίνει από τα στήθη για ν’ αναστήσει το βλαστάρι σου, την περηφάνια για το δημιούργημά σου…
          Ήρθε του φθινοπώρου το αργό ξεγύμνωμα, είδες την ομορφιά να εκφυλίζεται, το λυγερό κορμί να κυρτώνει σαν δεντρί στη δύναμη του αγέρα, τα φωτεινά μάτια να βασιλεύουν σαν τον ήλιο όταν τελειώνει το σεργιάνι του στον ουρανό και βουτά να ξαποστάσει στη δύση του…
           Τώρα μες την βαρυχειμωνιά αργοσέρνεις τα βήματα και περιμένεις καρτερικά ένα χτύπημα στην πόρτα…..     

ΑΦΙΣΣΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

                                             ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΘΗΚΑΝ 

ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΚΛΑΨΑΜΕ.....

ΠΟΥ ΓΕΛΑΣΑΜΕ....

ΚΑΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΣΒΗΣΑΝ ΣΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ!!!



Προσθήκη λεζάντας

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΟΛΥΑΝΝΑΣ

Παιδική Βιβλιοθήκη Α΄ : «Πολυάννα, το παιχνίδι της χαράς» Ελένη Χοντολίδου /  Ο Αναγνώστης      Πρωτοδιάβασα την  "Πολυάνν...