ΟΤΑΝ Η ΦΤΩΧΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ (αφήγημα βιογραφικό)


ΟΤΑΝ Η ΦΤΩΧΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΤΟΝ ΠΛΟΥΤΟ

Της Ντόρας Μανατάκη

Η ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΙ Ο ΠΛΟΥΤΟΣ
Οι αναμνήσεις είναι η μεγάλη μου αδυναμία, μου αρέσει να τις αναμοχλεύω και να τις ζω πάλι από την αρχή σαν παραμύθι.
            Σήμερα ξέθαψα την φτώχια που συνάντησε τον πλούτο κάπου στην δεκαετία του 50-60.
            Γεννήθηκα και μεγάλωσα στον Πειραιά στα στενά του Πασαλιμανιού, Προμηθέα, Ευαγγελίστρια, προφήτη Ηλία, Καστέλα. Εκεί έζησα τα παιδικά μου χρόνια, εκεί ένιωσα τα πρώτα ερωτικά χτυποκάρδια.
            Το σπίτι μου ένα παλιό διώροφο με χαγιάτι και μια μεγάλη αυλή στρωμένη με πλάκες  σε ακανόνιστο σχήμα, όλα τα γύρω σπίτια ήταν χαμηλά  με παράθυρα στον δρόμο, ένα ξεχώριζε μόνο τριώροφο με μπαλκόνι και θυμάμαι την ιδιοκτήτριά του για να την ξεχωρίζουν την έλεγαν «η μπαλκονού» 
            Ο δρόμος μου, μου φαινόταν φαρδύς και μεγάλος, το πεζοδρόμια τεράστιο. Πάνω σ αυτό ζωγραφίζαμε με κιμωλία έξι τετράγωνα και παίζαμε κουτσό ή ή σχεδιάζαμε κύκλους σε σχήμα σαλιγκαριού και με τα καπάκια από τις λεμονάδες παίζαμε «σαλίγκαρο».

            Αυτοκίνητα δεν περνούσαν από κει σχεδόν ποτέ, ήταν τόσο κακοτράχαλος ο χωματόδρομος που κανένας οδηγός δεν  το τολμούσε. Μόνο η σούστα με τον γάιδαρο του μανάβη ή του παγοπώλη ερχόταν κάθε πρωί και έβγαιναν οι γειτόνισσες να ψωνίσουν φρέσκα λαχανικά και να που και την καλημέρα τους η μια στην άλλη. Έτσι λοιπόν αυτός ο δρόμος ήταν όλος δικός μας για παιχνίδι. Μήλα, κυνηγητό, ξυλίκι, κλέφτες κι αστυνόμους, τι να πρωτοθυμηθώ. Εμένα μου άρεσε να παίζω με τα γυαλένια. (σκάβαμε λακκουβάκια στις άκρες ενός νοητού τετραγώνου και ένα μεγαλύτερο στο κέντρο, από το κεντρικό προσπαθούσαμε με τον αντίχειρα μας να πετάξουμε το γυαλένια στα άλλα τέσσερα εναλλάξ το παιχνίδι αυτό το λέγαμε «καπετάνιο» ) Σήμερα  δεν υπάρχουν χωματόδρομοι και μοιραία αυτό το παιχνίδι έχει χαθεί…
            Το παλιό διώροφο της οδού Βούλγαρη λοιπόν είχε μια βαριά ξύλινη πόρτα με δυο παράθυρα στα πλάγια, που κάποτε πίσω από την σκαλιστή σιδεριά τους να υπήρχαν τζάμια . ένα μπρούτζινο χεράκι ήταν το κουδούνι και ένα τεράστια κλειδί μαυριδερό, κλείδωνε και ξεκλείδωνε την κλειδαριά που την λαδώναμε για να μην σκουριάζει. Στο πλάι της πόρτας ένα σίδερο σε τετράγωνο σχήμα ήταν φυτεμένο στο πεζοδρόμιο για να σκουπίζουμε τα παπούτσια μας από τις λάσπες.
            Ας ανοίξουμε την πόρτα λοιπόν κι ας περάσουμε στο εσωτερικό του σπιτιού. Μπαίνοντας στην αυλή δεξιά υπήρχε μια ξύλινη σκάλα και θυμάμαι ότι κάθε της σκαλοπάτι έτριζε. κάτω από την σκάλα  σχηματιζόταν μια μικρή εσοχή εκεί ήταν το μικρό μας θέατρο μαζεύαμε τα παιδιά της γειτονιάς και δίναμε παραστάσεις καραγκιόζη, βαφτίζαμε τις κούκλες μας ή παίζαμε το έργο που είχαμε δει στον  κινηματογράφο  της γειτονιάς  την Κυριακή (στο μικρό αγαπημένο ΣΙΝΕΝΙΟΥΣ στην ανηφόρα του προφήτη Ηλία . μπαίναμε το μεσημέρι στις 2 και βγαίναμε στις 8 όλη η μαρίδα της γειτονιά).
            Θυμάμαι οι πλάκες της αυλής είχαν στις άκρες τους χορταράκι από την υγρασία… πόσο πολύ μου άρεσε το πράσινο χρώμα που έσπαγε την μονοτονία του ασβεστωμένου τοίχου. Προχωρώντας κατέβαινες δυο σκαλοπάτια, δεύτερη αυλή ,  δεξιά ήταν το πλυσταριό και η αποθήκη, αυτοί οι δυο σκοτεινοί χώροι με φόβιζαν πάντα ποτέ δεν πλησίαζα μόνη μου το βράδυ νόμιζα ότι θα βγουν από μέσα όλα τα τέρατα των παραμυθιών…. Στο βάθος άλλη μια σκάλα σιδερένια στριφογυριστή που πήγαινε στην ταράτσα, τα παιδιά δεν την πλησιάζαμε η μητέρα μου έλεγε πως ήταν επικίνδυνη.
            Σ την δεύτερη αυλή γινόταν ή μπουγάδα και το άπλωμα των ρούχων στην σκάφη, υπήρχε και ένα μεγάλο βαρέλι που ζέσταιναν το νερό,  (το καλοκαίρι το βάζαμε στον ήλιο και βουτάγαμε μέσα για να δροσιστούμε) σε μια γωνιά ήταν και η τουαλέτα, ο καμπινές όπως τον έλεγαν, κοινόχρηστος με την γειτόνισσα που έμενε στο ισόγειο, άλλωστε μια οικογένεια σχεδόν είμαστε, τότε οι σχέσεις με τους γείτονες ήταν διαφορετική, οι άνθρωποι της φτώχιας μοιράζονταν τα πάντα ακόμα και το ταψί για μαγείρεμα… «δώσε μου λίγο ζάχαρη, λίγο αλάτι, λίγο λάδι» ήταν  κάτι συνηθισμένο ακόμα επίσης ότι και εμείς τα παιδιά κάναμε όλα τα θελήματα της γειτονιάς.
            Το χαγιάτι του σπιτιού μας  ήταν στρωμένο με φύλλα μουσαμά καθώς και όλο το σπίτι για να μπορεί η μητέρα  μου να το σφουγγαρίζει χωρίς κόπο. Της άρεσαν τα όμορφα πράγματα και μπορώ να πω ότι εκείνο το παλιό σπίτι του ενοικιοστασίου το είχε σαν κουκλίτσα στολισμένο με ωραίες κουρτίνες, καλύμματα στο σαλόνι και πάντα λουλούδια στο βάζο. ‘Ήταν μόνιμη πελάτισσα της λουλουδούς που περνούσε κάθε Κυριακή  με το πανέρι στο κεφάλι πρωί-  πρωί από την γειτονιά. Θα κάνω μια μικρή αναφορά και στους άλλους πλανόδιους πραματευτάδες , ακόμα αντηχούν  στα αυτιά μου η  φωνή του παγωτατζή με το ποδήλατο,  του ψαρά με το πανέρι στο κεφάλι, του παγοπώλη που έφερνε την κολώνα  τον πάγο, του παπλωματά με κείνο το περίεργο εργαλείο που τίναζε το μπαμπάκι, του τροχατζή που ακόνιζε τα μαχαίρια και τα ψαλίδια και κάποιοι άλλοι που ίσως να μην τους θυμάμαι…
            Αυτή είναι η εικόνα της φτωχογειτονιάς μου, τότε που όλοι προσπαθούσαν να ορθοποδήσουν μετά την κατοχή και τον εμφύλιο πόλεμο. Τα αγαθά άρχισαν να έρχονται λίγο-  λίγο. Έφυγε η γκαζιέρα ήρθε το πετρογκάζ,, έφυγε το μαγκάλι ήρθε η  σόμπα, έφυγε το ψυγείο του πάγου ήρθε το ηλεκτρικό ψυγείο. Θυμάμαι όταν πήραμε ηλεκτρικό ψυγείο ( ήταν ένα κίτρινο καναρινί χρώμα μάρκα ΠΙΤΣΟΣ) παρέλασε όλη η γειτονιά να το δει, και αυτό που έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν τα παγάκια που έφτιαχνε μόνο του. Κατόπιν ήρθε το ΚΛΙΝ  για τα πιάτα και το TIDE για τα ρούχα, γλύτωσε η μάνα το τρίψιμο με το πράσινο σαπούνι της φαινόταν τόσο καλό που κάποιες φορές μας έλουζε και με αυτό, αργότερα ήρθε και το σαμπουάν ΤΑΜΟ, αν θυμάμαι καλά. Την επανάσταση όμως την έκανε το χαρτί τουαλέτας, πάει η εφημερίδα που μόλις την διάβαζε ο πατέρας, μετά έπρεπε να κοπεί σε τετράγωνα κομμάτια μα κρεμαστεί στο τσιγκελάκι και να πάρει την θέση της δίπλα  στην λεκάνη της τουαλέτας… ακόμα θυμάμαι ότι στα υπνοδωμάτια ,μιας και την νυχτερινή σου ανάγκη έπρεπε να την κάνεις έξω από το σπίτι, υπήρχε το γκιο –γκιο .
            Την δεκαετία του 60 άρχισε η ανοικοδόμηση, τα παλιά σπίτια γίνονταν πολυκατοικίες οπότε μοιραία  το σπίτι μας έπρεπε να το γκρεμίσουν, η αλλαγή ήταν χαρά και λύπη, χαμόγελο και δάκρυ…. ‘άλλη γειτονιά, άλλοι φίλοι, άλλο σχολείο, άλλες συνήθειες. Στο διαμέρισμα πια καταργήθηκε το μαρτύριο του κουβά στην τουαλέτα υπήρχε καζανάκι με μια μακριά αλυσίδα μιας και η τοποθέτησή του γινόταν στο πατάρι. Η σκάφη παραχώρησε την θέση της στην μπανιέρα, το κατσαρολάκι στο τηλέφωνο του ντους. Το μπάνιο έγινε καθημερινή μας ευχαρίστηση ενώ ήταν η ταλαιπωρία του σαββατόβραδου ή της Κυριακής. Καλωσορίσαμε το πλυντήριο, την ηλεκτρική κουζίνα, την ξυλόσομπα τον χειμώνα , διαδέχτηκε το καλοριφέρ, δεν χρειαζόταν πια η θερμοφόρα κάτω από το πάπλωμα για να ζεστάνεις τα παγωμένα πόδια σου, την αυτοσχέδια βεντάλια που φτιάχναμε με εφημερίδες το καλοκαίρι, αντικατέστησε ο ανεμιστήρας. Είχαμε μπει πια στον δρόμο της προόδου και του καταναλωτισμού.
            Στην θέση του παλιού μου σπιτιού φύτρωσε μια πολυκατοικία,  και στου διπλανού και στου απέναντι, ο δρόμος της γειτονιάς  μίκρυνε, τώρα νομίζεις ότι είναι ο πάτος ενός πηγαδιού με παρκαρισμένα αυτοκίνητα δεξιά κι αριστερά, τώρα οι ακτίνες του ήλιου δεν φτάνουν στα μπαλκόνια, τα παιδιά δεν βγαίνουν στο δρόμο για παιχνίδι, παίζουν μόνα τους πίσω από τα κάγκελα των μπαλκονιών…..

                                        ΤΟ ΠΑΤΡΙΚΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ


Το πατρικό το σπίτι μου νοστάλγησα να δω
Με την ψηλή την όμορφη πράσινη ακακία
Ξεκίνησα αργά- αργά και πήρα το στρατί
Μα άντ’ αυτού αντίκρισα μια πολυκατοικία

Ένα στενόμακρο κουτί φτιαγμένο από μπετόν
Καγκελωτά μικρά στενά άχαρα μπαλκονάκια
Που πίσω του σαν να ‘τανε μέσα σε φυλακή
Με κοίταζαν δύο όμορφα, δύο παιδικά ματάκια
Πριν κάποια χρόνια σε αυτή την ίδια γειτονιά
Έζησα εγώ σαν να ‘μουνα ελεύθερο πουλάκι
Μα συ μικρό μου χωρίς καν να νιώθεις τώρα ζεις 
Φυλακισμένο δυστυχώς μες σε χρυσό κλουβάκι

Εμένα τα παιχνίδια μου με χώμα και νερό
Σκάβαμε με τους φίλους μου φτιάχναμε λακουβάκια
Κυλιόμαστε και τρέχαμε σαν παίζαμε κρυφτό
Στις γύρω αλάνες ,στις αυλές, στα πίσω τα σοκάκια

Εσένα τα παιχνίδια σου πολλά και ζηλευτά
Μπορεί να είναι ακριβά μα δεν θα καταφέρουν
Να σου γεμίσουν το κενό της μοναξιάς που ζεις
Αυτής που εγώ δεν έζησα, μ’ όσα κι αν σου προσφέρουν

            Με πόση νοσταλγία θυμάμαι την αρχή κάθε σχολικής χρονιάς. Πηγαίναμε στο βιβλιοπωλείο για να ψωνίσουμε τα σχολικά μας είδη βιβλία, τετράδια , μπλε κόλλα για να τα ντύσουμε, μολύβια, γόμα, ξύστρα, ξυλομπογιές και μια κασετίνα. Καινούργια σχολική ποδιά με άσπρο κολλαριστό γιακά και άσπρα σοσόνια. Σχολική τσάντα δεν παίρναμε κάθε χρόνο, ήταν ακριβή και έτσι περνούσαμε με την ίδια δύο τρία χρόνια κι αν ήταν γερή πήγαινε στο μικρότερο αδερφάκι όπως άλλωστε και τα ρούχα που δεν μας έκαναν πια.
            Τα Χριστούγεννα τα περιμέναμε με ξεχωριστή χαρά, θα μας αγόραζαν καινούργια παπούτσια  πάντα λουστρίνια, παλτό, και βέβαια το δώρο μας, ένα παιχνίδι, μια μπάλα, μια κούκλα κοκάλινη  χωρίς μαλλιά και γυμνή. Εμείς της ράβαμε τα ρούχα της από τα κουρελάκια της μοδίστρας που μας φύλαγε η μαμά. Αχ! Αυτές οι πρόβες στη μοδίστρα , ο χειρότερος μου εχθρός , να στέκομαι πάνω σε μια καρέκλα σαν την κούκλα και να με γεμίζουν καρφίτσες…. Θυμάμαι από εκνευρισμό  με έπιανε φαγούρα στη μύτη…. Το έτοιμο ρούχο ακόμα δεν είχε κάνει την εμφάνισή του στις βιτρίνες και αν υπήρχε ήταν ακριβό (μάλλον για τα πλουσιόπαιδα).
            Οι αγορές του Πάσχα πάλι είχαν μια ξεχωριστή μαγεία, το λουστρίνι  το διαδεχόταν το άσπρο πεδιλάκι ένα νούμερο πάντα μεγαλύτερο γιατί θα το φορούσαμε όλο το καλοκαίρι  και το πόδι μεγάλωνε γρήγορα, το παλτό έδινε την θέση του στο μαντώ από πιο λεπτό ύφασμα για τις ανοιξιάτικες ψυχρούλες… το Πάσχα το αγαπούσα ιδιαίτερα γιατί όλες τις ημέρες που δεν είχαμε σχολείο της περνούσα στο σπίτι της γιαγιάς μου μαζί της ζύμωνα τα κουλουράκια, τα τσουρέκια, βάφαμε τα κόκκινα αυγά και με τα παιδιά της γειτονιάς πηγαινοφέρναμε τις λαμαρίνες στον φούρνο, μοσχομύριζαν οι γειτονιές  βανίλια, πορτοκάλι, μαστίχα και μαχλέπι πώς να ξεχαστούν αυτές οι υπέροχες μοσχοβολιές…. Σήμερα κανένα παιδί δεν εντυπωσιάζεται πια, προτιμάει κρουασάν με σοκολάτα πραλίνα αντί για τσουρέκι και μπισκότα γεμιστά αντί για τα σμυρναίικα κουλουράκια της  γιαγιάς.
            Οι εποχές άλλαξαν….(μπορεί να είμαι νοσταλγός μιας παλιάς εποχής και να μου φέρνουν γλυκές αναμνήσεις , ίσως γιατί ήμουνα παιδί αλλά δεν θα ήθελα να ξαναζούσα  το τότε.)
Φέρνω στην μνήμη μου το τηλέφωνο του μπακάλη που σε φώναζε όταν υπήρχε ανάγκη, σιγά - σιγά  μπήκε σε όλων τα σπίτια , μετά ήρθε το κινητό απαραίτητο « αξεσουάρ» δεν υπάρχει τσάντα ή τσέπη χωρίς κινητό, ήρθε το οικογενειακό αυτοκίνητο, μετά το ατομικό όλοι από ένα, κι αυτό απαραίτητο. Αργότερα το εξοχικό, ένα σπιτάκι για της καλοκαιρινές μας διακοπές  το σπιτάκι το αυθαίρετο έγινε βιλίτσα.  Η βαρκούλα κότερο ή ταχύπλοο. Το βιοτικό μας επίπεδο άρχισε να ανεβαίνει οι συνήθειες άλλαξαν το καφενείο  έγινε καφετέρια , τα κεντράκια και οι ταβερνούλες, κέντρα πολυτελείας και μπαράκια, το κρασάκι, ουίσκι, το ραδιόφωνο που κόλαγες τα αυτί σου επάνω για να ακούσεις, στερεοφωνικό με δυνατά ηχεία, μπήκε στη ζωή μας η τηλεόραση, είδαμε πως ζει ο αμερικάνος, ο ευρωπαίος, πως ντύνεται , τι ακούει, τι χορεύει , τα κουρεία, κομμωτήρια ανδρών, τα μπακάλικα γίναν σουπερ μάρκετ, ο φούρνος ζαχαροπλαστείο, τα γλυκά κουταλιού, το χαλβαδάκι της μαμάς γίναν  τούρτες, τιραμισού, προφιτερόλ….
ΝΟΣΤΑΛΓΩ…

Βρε ζωή, τώρα μου φαίνεσαι πιο άχαρη
Νοσταλγώ βρεμένη φέτα κι από πάνω ζάχαρη
Απ το μαύρο που ήταν τότε του φτωχού ψωμί
Κι είχε μιάμιση δραχμούλα το κιλό τιμή.

Νοσταλγώ μιας Κυριακής πρωί, λιακάδα
Μεσημέρι ησυχία, ύπνο στρωματσάδα.
Νοσταλγώ φωνές παιδιών στους δρόμους
Όπως τότε που ‘παιζαν κλέφτες κι αστυνόμους

Τότε που περίσσες φαίνονταν οι ώρες
Που με ξύλινα πατίνια βουρρρ!!! Στις κατηφόρες
Τότε που η φτώχεια μας ήταν αλυσίδα
Κι έκρυβαν τα όνειρα πάντοτε ελπίδα

Νοσταλγώ της μάνας μου την ζεστή αγκαλιά
Παραμύθια όμορφα  που λεγ’ η γιαγιά
Και που τα παιδιά μας δύσκολα τα έχουν
Όχι πως δεν τ’ αγαπούν μα οι ώρες… τρέχουν.
Και ο χρόνος σήμερα βλέπεις είναι χρήμα
Κι αν κυλήσει άσκοπα, ίσως να ‘ναι κρίμα.!


            Τα αγόρια της εποχής μου από τα 14 τους χρόνια πήγαιναν παραγιοί και μάθαιναν μια τέχνη κοντά στο αφεντικό, οι γιατροί, οι δικηγόροι ήταν λίγοι, (σήμερα μετριούνται στα δάχτυλα οι ηλεκτρολόγοι, οι υδραυλικοί, οι ξυλουργοί. ) Παντρεύονταν νωρίς, έκαναν δική τους οικογένεια στα 23-24 τους χρόνια. Τώρα σπουδάζουν παίρνουν πτυχία διπλά, φτάνουν 30 χρονών  και είναι άνεργοι περιμένουν χαρτζιλίκι από τον μπαμπά , μιλούν ξένες γλώσσες και νιώθουν απογοητευμένοι.
Το χρήμα και η πρόοδος άλλαξαν την ζωή μας έχουμε σχεδόν τα πάντα και ότι επιθυμούμε μπορούμε να το αποκτήσουμε άμεσα έστω και με πλαστικό χρήμα, έτσι λοιπόν έχουν μάθει και τα παιδιά μας να μην τους λείπει τίποτα. Όμως εγώ μπορώ να ομολογήσω ότι εκείνη την εποχή που περίμενα αυτό το «κάτι» με έκανε ευτυχισμένη όταν έφτανε η ώρα να το αποκτήσω….
Δεν θα ήθελα τα παιδιά μας να ζήσουν όπως ζήσαμε εμείς εκείνα τα στερημένα χρόνια, απλά θα ήθελα να μάθουν να εκτιμούν αυτά που έχουν σήμερα. Γιατί η φτώχεια προσαρμόζεται στον πλούτο, ο πλούτος όμως δεν μπορεί να προσαρμοστεί στην φτώχεια.!!!!!

ΤΕΛΟΣ

           











2011 ΓΚΡΙΖΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

ΤΑ .ΓΚΡΙΖΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ 2011

Η φετινή χρονιά ίσως να μην μας θυμίζει τίποτα από την χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα των παρελθόντων χρόνων
Τα γεγονότα τον τελευταίο καιρό, το ένα μετά το άλλο, έχουν κατρακυλήσει σαν χιονοστιβάδα οι βιασμοί, οι ληστείες, οι βανδαλισμοί στο κέντρο της Αθήνας, οι απεργίες, οι πορείες διαμαρτυρίας, τα μέτρα οι νέες λέξεις που προστέθηκαν στο λεξιλόγιο μας (άγνωστες μέχρι χθες) χαράτσι, περαίωση, εφεδρεία, μνημόνιο, ΔΝΤ, οι εισφορές, οι μειώσεις κλπ… . Όλα μαζί μας έχουν κάνει να πιστεύουμε ότι χάθηκε πλέον η ελπίδα από αυτόν τον τόπο για καλύτερες μέρες. Και λαός χωρίς ελπίδα έχει πεθάνει 
Η ελπίδα είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να σε κρατήσει ζωντανό στη ζωή.
Είναι η πυξίδα στο καράβι που βοηθάει τον καπετάνιο να βρει το λιμάνι.
Είναι το οξυγόνο που σου γεμίζει τους πνεύμονες.
Με την ελπίδα πας μπροστά όσο δύσκολος κι αν είναι ο δρόμος.
Το πρώτο πράγμα που θα ρωτήσει τον γιατρό ο άρρωστος είναι «Υπάρχει ελπίδα:;;;»
Στον τάφο του μεγάλου μας συγγραφέα Νίκου Καζαντζάκη υπάρχει η επιγραφή, «Δεν πιστεύω τίποτα, δεν ελπίζω τίποτα, είμαι λεύτερος».
Εγώ όμως θα ρωτήσω... Χωρίς πιστεύω, ιδανικά και ελπίδα, ποιό θα μπορούσε να είναι το μέλλον της πατρίδας μας, της οικογένειας, των παιδιών μας: Για να είμαστε λεύτεροι.
Ο αγώνας μας στη ζωή στηρίζεται σ’ αυτή την έννοια, στην ελπίδα για ένα πιο φωτεινό μέλλον για καλύτερη ποιότητα ζωής. Όμως οι κυβερνώντες αυτόν τον τόπο, οι αρχές, η παιδεία, η πρόνοια, η δικαιοσύνη, η οικονομία, με την εικόνα που παρουσιάζουν σήμερα, μας έχουν στερήσει το δικαίωμα να ελπίζουμε, να οραματιζόμαστε, ακόμα και να ονειρευόμαστε πως αύριο θα ξημερώσει άλλη καλύτερη μέρα.
Ο άρρωστος τρέμει την μέριμνα της κρατικής περίθαλψης και φυσικά δεν ελπίζει τίποτα.
Ο απροστάτευτος πολίτης σε ποιόν να διαμαρτυρηθεί και να μπορέσει να βρει το δίκιο του. Άρα δεν ελπίζει κι αυτός τίποτα.
Ο άνεργος, ο συνταξιούχος, ο μετανάστης,{που και αυτός ήλπιζε} από που να κρατηθούν;;;;.
Η βιομηχανική ζωή έσβησε, εργοστάσια, ναυπηγεία, βιοτεχνίες, καταστήματα ερήμωσαν. Περπατάς στους δρόμους και βλέπεις άδειες βιτρίνες και πόρτες με λουκέτα
Οι συντάξεις των ανθρώπων της τρίτης ηλικίας που αγωνίστηκαν μια ολόκληρη ζωή, ψίχουλα, και αντί να αυξηθούν, με υπουργικές αλχημείες, μειώνονται, συρρικνώνοντας. Πνιγήκαμε στα χρέη, μας γονάτισαν οι φόροι. 
Ληστείες,, βίαιοι θάνατοι, η χώρα ξεπουλήθηκε,… ανεργία, πείνα, , αυτοκτονίες και ποιος ξέρει τι θα έρθει ακόμα…
Τα φετινά Χριστούγεννα δεν μπορούν και δεν θα έχουν λάμψη, χαρά ,πλούσια γιορτινά τραπέζια, δώρα, Όσα λαμπιόνια κι αν ανάψουν στις γειτονιές δεν θα φωτίσουν τις καρδιές μας θα είναι μουντά, σκοτεινά και γκρίζα, σαν την ψυχή εκατομμυρίων Ελλήνων αγανακτισμένων, πεινασμένων, απολυμένων, χρεωμένων….
Και σένα που δεν σε άγγιξε ακόμα η κρίση, πως θα μπορέσεις να χαρείς να γιορτάσεις, να γλεντήσεις, όταν ξέρεις ότι δίπλα σου υπάρχουν παιδιά που λιποθυμάνε από την πείνα ( τα ακούσαμε κι αυτό), κρυώνουν, που δεν θα πάρουν ούτε ένα δώρο, ένα παιχνίδι, γιατί για το παιδί ,το παιχνίδι αυτές τις ημέρες έχει πιο μεγάλη αξία κι από το φαί . ‘Όταν ξέρεις ότι οικογένειες που μέχρι χθες ζούσαν καλά, δούλευαν και προσέφεραν στο σπιτικό τους και σήμερα άνεργοι, θα περιμένουν ένα πιάτο φαί από την πρόνοια, από τον φιλεύσπλαχνο γείτονα ή από το συσσίτιο της εκκλησίας για να περάσουν τις άγιες μέρες….
Ένα γκρίζο πέπλο μας έχει σκεπάσει. 
το χαμόγελο έχει παγώσει στα χείλη μας και η ελπίδα έχει σβήσει ….οι ευτυχισμένες μέρες για κάποιες γενιές πέρασαν ανεπιστρεπτί….
Και το πιο πικρό… δεν έχουμε την δύναμη να ανταλλάξουμε ευχές, είναι σαν να εύχεσαι χρόνια πολλά σε έναν ετοιμοθάνατο.
Αυτή την χρόνιά μοιραστείτε τα καλούδια σας με τον συνάνθρωπό σας, δώστε χαρά στα παιδιά που πληρώνουν τα λάθη μας και που δεν φταίνε αφού εμείς τους παραδώσαμε την σκυτάλη για να αγωνιστούν σε «αγώνα ανώμαλου δρόμου"
Ντόρα Μανατάκη

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΟΛΥΑΝΝΑΣ

Παιδική Βιβλιοθήκη Α΄ : «Πολυάννα, το παιχνίδι της χαράς» Ελένη Χοντολίδου /  Ο Αναγνώστης      Πρωτοδιάβασα την  "Πολυάνν...