Η ΣΟΥΙΤΑ ΤΩΝ ΧΟΝΤΡΩΝ

« Η ΣΟΥΙΤΑ ΤΩΝ ΧΟΝΤΡΩΝ» (απόσπασμα διηγήματος)




Me λένε Πέγκυ, η ζωή μου κυλάει αδιάφορα. Η μία ημέρα διαδέχεται την άλλη χωρίς ενδιαφέρον, χωρίς κάτι το ξεχωριστό, χωρίς αλατοπίπερο βρε αδερφέ…

Όπως κάθε βράδυ έτσι και σήμερα πήρα τα πατατάκια μου, ένα μπουκάλι κόκα κόλα, φόρεσα πιζάμες, γυαλάκια και στρογγυλοκάθισα μπροστά στην τηλεόραση. Έκανα ζάππινγκ για κάποιο κανάλι με ενδιαφέρον. Σταμάτησα σε μια διαφήμιση του πιερ όττο chanel

‘’ Αν είσθε από 95 μέχρι 120 κιλά δηλώστε συμμετοχή για να λάβετε μέρος στο παιχνίδι της χρονιάς τηλ.654…..’’

Κοίταξα τον αγαπημένο μου σκύλο που ήταν ξαπλωμένος δίπλα μου και περίμενε να καταβροχθίσουμε μαζί την σακούλα με τα τσιπς, και χτύπησα με τα χέρια μου παλαμάκια.

‘’ Νάτο!!! Αυτό είναι το αλατοπίπερο!!!. Τα κιλά τα είχα, και επιπλέον τη μοναξιά.

‘’ Αυτό το παιχνίδι είναι για μένα’’ σκέφτηκα.

Αμέσως σήκωσα το τηλέφωνο και χωρίς δεύτερη σκέψη πήρα τον αριθμό. Κάποια γυναικεία φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής με ρώτησε πως με λένε, πόσα κιλά έχω, αν είμαι υγιής και μου έκλεισε ένα ραντεβού για την επομένη να τα πούμε από κοντά.



Όταν έκλεισα το τηλέφωνο τον ενθουσιασμό διαδέχθηκε η αμφιβολία όμως γρήγορα την έδιωξα και αποφασισμένη πλέον περίμενα το αύριο. Άλλωστε τι είχα να χάσω; Ένα παιχνίδι είναι σκέφτηκα

Στάθηκα μπροστά στο καθρέφτη και κοίταξα με προσοχή το είδωλό μου από πάνω μέχρι κάτω. Ήμουν χωρίς αμφιβολία στρογγυλούλα αλλά μπορώ να πω καλλίγραμμη, φουσκωτή από την κορυφή μέχρι τα νύχια και όχι κοντή.



Όλο το βράδυ στριφογύριζα στο κρεβάτι μου κάνοντας flach back στη ζωή μου. Ήμουν 28 χρονών και στ’ αλήθεια πόσα είχα στερηθεί όλα αυτά τα χρόνια… αιτία, τα καταραμένα κιλά που κουβαλούσα επάνω μου και που δεν είχα τη δύναμη να αποβάλλω.

Η εφηβεία μου ήταν γεμάτη ανασφάλειες, δεν έκανα φίλους και δεν έβγαινα όπως τα άλλα κορίτσια να διασκεδάσω. Φοβόμουν μήπως με κοροϊδεύουν. Η λέξη χοντρή αντηχούσε στ’ αυτιά μου σαν σφυροκόπημα. Όλες οι συμμαθήτριές μου μιλούσαν για μόδα, για τα’ αγόρια τους, ντυνόντουσαν με μίνι φούστες, με κολλητά παντελόνια και μπλουζάκια ενώ εγώ ήμουν υποχρεωμένη να φοράω φαρδιά άχαρα ρούχα για να σκεπάζω τα σωσιβιάκια που κουβαλούσα στο στομάχι και την κοιλιά μου. Κόλαση!!!

Κάποτε τόλμησα να ερωτευτώ ένα συμμαθητή μου όταν ένιωσα την καρδιά μου να χτυπάει στον ρυθμό του έρωτα για κείνον , η καταστροφή ήταν ολέθρια. Τις ερωτικές μου ανησυχίες τις έσβηνα με επιδρομές στο ψυγείο. Αυτός ο έρωτας μου στοίχισε 10 κιλά επιπλέον.

Όταν τελείωσα το λύκειο παρ’ όλο που μιλούσα δυο ξένες γλώσσες δεν κατάφερα να βρω δουλειά ούτε ως πωλήτρια. Με απέρριπταν με την πρώτη ματιά. Έτσι οι γονείς μου έβαλαν τα μεγάλα μέσα και διορίστηκα στο δημόσιο, όμως εγώ ήμουν μια δυστυχισμένη χοντρή, που βίωνε τον ρατσισμό. Όλες οι προσπάθειές μου για να αδυνατίσω είχαν αρνητικό αποτέλεσμα. Τρία κιλά έχανα, τέσσερα έπαιρνα, κάνοντας δίαιτες χημικές, της μπανάνας, των αστροναυτών, της σούπας, του ανανά και πολλές άλλες. Το αποτέλεσμα παραπάνω κιλά. Έκλαιγα, πονούσα και τελικά συμβιβάστηκα και αφέθηκα στην κακή μου μοίρα.    (απόσπασμα)

Νοσοκομιακές μεγαλοπρέπειες


ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑΚΕΣ ΜΕΓΑΛΟΠΡΕΠΕΙΕΣ

Κάποια ωραία ημέρα έρχεται και για σένα τον μικρομεσαίο, τον συνταξιούχο, αυτόν που δεν μπορεί , δεν έχει την δυνατότητα να πληρώσει, η στιγμή που θα αρρωστήσεις, διότι άνθρωπος είσαι, και θα χρειαστεί να νοσηλευτείς σε κάποιο από τα δημόσια νοσοκομεία μας . Αν έχεις προηγούμενη εμπειρία, αρχίζεις να κλαις την μοίρα σου, γιατί ξέρεις τι θα συναντήσεις. Αν είσαι πρωτάρης την έβαψες διότι οδηγήσε «ως πρόβατον επι σφαγήν».

Πρώτη κίνηση καλείς το ΕΚΑΒ να έρθει! Υποφέρεις και περιμένεις, αλλά δεν….ίσως χρειαστεί κανένα διωράκι και ευχαριστημένος να ‘σαι.

Φθάνεις στο εφημερεύον! Εκεί ξεκινάει η περιπέτεια του φορείου. Αν είσαι λεπτός και αδύνατος καλώς, αν τα ‘χεις τα κιλάκια σου, αλλοίμονο σου, διότι σ’ αυτό θα περάσεις σίγουρα ένα πλήρες οκτάωρο, μεταφερόμενος από τον Άννα στον Καϊάφα σαν τον Χριστό, για να κάνουν την εξάσκησή τους επάνω σου όλων των ειδικοτήτων τα γιατρουδάκια (που θα ειδικευτούν και αυτά άλλωστε;… Μπαρμπέρης στου κασίδη το κεφάλι….και μην σου πω ότι μπορεί να περάσεις και εικοσιτετράωρο επάνω στο φορείο αν δεν υπάρχει κρεβάτι.)

Βόγγεις, πονάς, απλώνεις τα χέρια σε νοσοκόμους και νομίζεις στο τέλος ότι είσαι αόρατος, διότι κανείς δεν γυρίζει να σε κοιτάξει…..γι αυτό , είναι απαραίτητη προϋπόθεση να υπάρχει μαζί σου κάποιος να σε συνοδεύει, μη κάνεις την κουτουράδα και πας μόνος σου, γιατί δεν…..

Αρχίζει η περιφορά σου από το Παθολογικό, Καρδιολογικό, Ακτινολογικό, αν χρειαστεί κανένας υπέρηχος, και σε όλα αυτά αναμονή, μια ώρα δυο ώρες και βάλε, διότι εκτός από την πληθώρα των ασθενών θα πρέπει να βρεθεί και ο νοσοκόμος που θα σε μεταφέρει ο οποίος είναι δυσεύρετος.



Οι «καλοί» γιατροί, οι νοσοκομειακοί, (γιατί αν πας στο ιατρείο τους αλλάζει το πράγμα) σε κοιτάζουν βαριεστημένα μιλούν μεταξύ τους, σου κάνουν που και που και καμιά ερώτηση, κι εσύ γεμάτος απορία θες να ρωτήσεις

-Τι έγινε ρε παιδιά; Θα ζήσω; Όμως δεν σου βγαίνει, κι αν σου βγει δεν θα πάρεις απάντηση, ίσως κάποιο «μη φοβάσαι» και καθάρισες…

Ο ενικός δεν το συζητώ καθιερωμένος απ όλους και από το νοσηλευτικό προσωπικό … «τι έχεις; Τι θέλεις; Που πονάς;, βήξε, σκύψε, σήκω….»

Και εκείνα τα κορίτσια οι νοσοκόμες… με το χαμόγελο στα χείλη είναι… χτυπάς κουδούνι να την καλέσεις… καλέ δεν το συζητώ λες και στέκεται έξω από την πόρτα.

Διψάς; θα κορακιάσεις…

Πονάς; Όταν έρθει η σειρά σου… καλά που επιτρέπονται οι συνοδοί επι 24ώρου και κάποιος πάντα βρίσκεται να εξυπηρετεί ολόκληρο τον θάλαμο από συμπόνια…

Αν σταθείς τυχερός θα βρεις μαξιλάρι και σεντόνι για να σκεπαστείς αλλά σπάνιο… (Κι αν βρεις θα είναι διάτρητο από την πολλή χρήση)…θεωρώ μεγάλη παράλειψη αν πας και δεν κρατάς τα δικά σου διότι απλούστατα δεν υπάρχουν αν ζητήσεις , και το θεωρούν πολύ φυσικό να σου πουν δεν έχουμε, χωρίς ίχνος ντροπής. Εκ πείρας το λέω( με τα ματάκια μου το είδα) στα επείγοντα, ασθενείς με πυρετό, καλοκαίρι τα air conditions στο φουλ, να τουρτουρίζουν, και να προσπαθούν να σκεπαστούν με κομμάτια χαρτί από το ρολό μιας χρήσης που στρώνουν στα φορεία (!)

Αφού λοιπόν παραμείνεις 2-3 ωρίτσες ξαπλωμένος ανάσκελα ( έχει ισιώσει και η πλάτη) αναμένοντας και αφού έχεις νιώσει την ανατριχίλα να βλέπεις γύρω σου πεταμένες σύριγγες μιας χρήσης, χαρτιά, λάστιχα, ποτηράκια συλλογής ούρων βαμβάκια, γάντια, (γιατί όχι ότι δεν υπάρχουν κάδοι απορριμμάτων…. Αλλά που να σημαδεύουν τώρα μέσα) … έρχεται και η δική σου η σειρά. Τις περισσότερες φορές παίρνεις μια συνταγή και αποχωρείς, θα πρέπει να υπάρχει μεγάλη ανάγκη δηλαδή να είσαι του θανάτου για να σε κρατήσουν αφού δεν υπάρχουν κρεβάτια διαθέσιμα, ούτε καν φαρμακευτικό υλικό αν όμως η περίπτωση σου είναι για εισαγωγή, εκεί αρχίζει άλλο μαρτύριο, της γραφειοκρατίας. Εσύ παραμένεις βογκώντας στην ξάπλα, και ο συνοδός τρέχει από γκισέ σε γκισέ για τα δέοντα.

Αυτά είναι μερικά από όσα μπορεί να αντιμετωπίσεις σαν βρεθείς στην άτυχη θέση ανάγκης σε δημόσιο νοσοκομείο. Οπλίσου με υπομονή,(τι άλλο…) και περίμενε να περάσει η κακιά ώρα !

ΝΤΟΡΑ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗ ΜΑΝΑΤΑΚΗ

ΝΤΟΡΑ ΚΟΥΛΟΥΜΠΗ ΜΑΝΑΤΑΚΗ

ΠΙΟ ΚΑΛΗ Η ΜΟΝΑΞΙΑ......

ΠΙΟ ΚΑΛΗ Η ΜΟΝΑΞΙΑ…





Είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Ο ήλιος είχε βουτήξει πίσω από το μικρό λόφο χαρίζοντας ένα μαβί χρώμα στον ορίζοντα και ένα χρυσαφένιο στα αραιά σύννεφα που περιδιάβαιναν αργά –αργά τον ουρανό. Έφτιαξα ένα καφέ και βγήκα να τον απολαύσω στη βεράντα μου. Κάτι τέτοιες ώρες η μοναξιά είναι η πιο γλυκιά παρέα. Σ’ αγκαλιάζουν οι σκέψεις σου και ταξιδεύεις μαζί τους.

Αυτό αποφάσισα να κάνω κι εγώ, όμως ένα ντρινν!!! Μου άλλαξε τα σχέδια..

Ήταν το κουδούνι της πόρτας μου. Ανοίγω! Η φίλη μου η Αθηνά. Χάρηκα που την είδα κι ας μου άλλαξε τα σχέδια.

-Φιλενάδα, κερνάς καφέ;

-Μετά χαράς. Πέρασε.

Η Αθηνά είναι ο πιο γλυκός άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Ήρεμη, χαρούμενη, πάντα με ένα χαμόγελο στα χείλη, με αρκετό χιούμορ ώστε στη συντροφιά να είναι πάντα περιζήτητη.

Σήμερα το βλέμμα της ήταν σκοτεινό και αφηρημένο.

-Τι συμβαίνει Αθηνούλα ; ρώτησα.

Κούνησε το κεφάλι της και με μια μικρή καθυστέρηση μου απάντησε.

-Αποφάσισα να χωρίσω….!

- Ορίστε;

-Όπως το ακούς. Αποφάσισα να χωρίσω.

-Δεν μιλάς σοβαρά, τόλμησα να πω.

-Πιο σοβαρά δεν γίνεται.

-Ο λόγος παρακαλώ; ρώτησα

Η Αθηνά είχε ένα καλό γάμο, δυο θαυμάσια παιδιά και ένα σύζυγο από αυτούς που λένε « τι καλό παιδί…τυχερή κοπέλα» Όμως η Αθηνά αισθανόταν ότι ήταν τυχερή μόνο στα μάτια των άλλων.

- Πήρα μια απόφαση, και ξέρω πως κανείς δεν πρόκειται να με δικαιολογήσει και να με καταλάβει. Ούτε κι εσύ που είσαι φίλη μου και με ξέρεις. Μου είπε. Αγαπώ δεν μπορώ να πω τον άνδρα μου και το αξίζει. Όμως τον αγαπώ σαν αδελφό μου. Από τα πρώτα κι όλας χρόνια του γάμου μας αυτή η σχέση πήρε μόνο το δρόμο της συντροφικότητας . Χωρίς έρωτα, χωρίς αυτό το κάτι που να ξυπνάει τα αίματα , Χωρίς εκπλήξεις. Μια ζωή σαν λίμνη που δεν βρέθηκε κανείς να ρίξει μέσα ένα πετραδάκι.

- Τι λες τώρα ρε φιλενάδα; Τι σου έκανε το ανθρωπάκι; Είναι τσιγκούνης; ¨Όχι. Χαρτοπαίζει; Όχι. Πίνει; Όχι. Καπνίζει; Ούτε αυτό δεν κάνει και θες να τον χωρίσεις; Μου φαίνεται τα ‘χεις χαμένα. Είπα.

- Είδες που σου το είπα. Ούτε συ δεν πρόκειται να με καταλάβεις. Με έχει πρήξει με τις φιλολογίες του και τις φιλοσοφίες του. Εχτές συγκεκριμένα του λέω.

« Το πρωί η διπλανή μας, με την κυρία του τρίτου ορόφου έστησαν ένα καυγά τρικούβερτο για τα σκουπίδια….»

« Αθηνά, με διακόπτει αυστηρά, τι μας ενδιαφέρουν εμάς οι διαφορές των γειτόνων.» Δεν είχε καν την περιέργεια να μάθει.

Άκουσα ένα ανέκδοτο λίγο σόκιν του το λέω, και τι μου απαντάει…

«Αθηνά ντροπή σου να σ΄ ακούσουν τα παιδιά…

Ε! δεν μπορώ άλλο να ζήσω μ’ έναν άνδρα που δεν διαθέτει ούτε μια στάλα χιούμορ. Το πήρα απόφαση θα χωρίσω.

‘Έμεινα να την κοιτάζω και πριν προλάβω να πω κάτι ντρινν!!! Ξανά το κουδούνι. Ανοίγω.

-Βρε καλώς τη Μαιρούλα!....

Η Μαίρη είναι συνάδελφος . Διαθέτει ένα αυστηρό ύφος διανοούμενης και απαιτεί από όλους πάντα προσοχή και σοβαρότητα.

Είναι παντρεμένη με το Σταμάτη, ένα γελαστό παλικάρι, εύθυμο, που όμως ότι και να πει στην παρέα, η Μαίρη πάντα τον στραβοκοιτάζει σαν να του λέει « Σκάσε ηλίθιε».

Μπαίνει φουριόζα μέσα .

-Χωρίζω, χωρίζω, χωρίζω! Οι πρώτες της λέξεις . Αχ! Έχεις παρέα … είπε βλέποντας την Αθηνά . Ζήτά συγνώμη και κάθεται στον καναπέ.

-Τι συμβαίνει Μαιρούλα ; κάνω τις συστάσεις . Η Αθηνά από δω είναι φίλη μου και έχει έρθει ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Τι σας έπιασε σήμερα;

-Δεν είναι ζωή αυτή. Ξαναλέει η Μαίρη Τίποτα δεν μπορεί να πάρει στα σοβαρά αυτός ο άνθρωπος όλα στην πλάκα. Ανεύθυνος παιδί μου. Σήμερα έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Του λέω το πρωί « Αγάπη μου, πρέπει να πληρώσουμε τη ΔΕΗ γιατί θα μας κόψουνε το ρεύμα» και ξέρεις τι μου απάντησε ; « καλύτερα γλυκιά μου θα περάσουμε δεύτερο μήνα μέλιτος σε ρομαντική ατμόσφαιρα με κεριά». Και αφού ο αχαΐρευτος δεν έχει φράγκο, μου κανόνισε εκδρομή το Σαββατοκύριακο στο Καρπενήσι. Έχω γίνει έξαλλη. Εσείς τι θα κάνατε; Όχι πέστε μου τι θα κάνατε; άσε την τσιγκουνιά του που δεν έχει όρια . Αμ! Η περιέργεια του αυτή που τη βάζεις. Κιχ! Ν’ ακούσει ο κουτσομπόλης στήνει αυτί στην πόρτα.. Και πολύ φοβάμαι, δεν είμαι σίγουρη, ότι ξενομπερδεύει κι όλα..

Η Αθηνά τη άκουγε αμίλητη. Σε λίγοσηκώθηκε διακριτικά .

- Εμένα με συγχωρείτε πρέπει να πηγαίνω. Είπε και παίρνοντας την τσάντα της αναχώρησε. Δεν ξέρω τι μπορεί να σκέφτηκε ακούγοντας τη Μαίρη, όμως μου έδωσε την εντύπωση πως μέσα της έλεγε: « Καλέ μ’ αυτά που ακούω εμένα μου φαίνεται πως έχω έναν άγγελο για σύζυγο».

Η Μαίρη είπε κι άλλα, κι άλλα , εγώ την ήξερα, δεν ήταν η πρώτη φορά. Θα ξεθύμαινε και γυρνώντας στο Σταμάτη όλα θα ήταν μέλι γάλα.

Όταν έφυγε και η Μαιρούλα , βγήκα πάλι στη βεραντούλα μου. Είχε νυχτώσει για τα καλά. Άναψα ένα κερί έβαλα και ένα ουισκάκι και κάθισα ν’ απολαύσω τη μοναξιά μου. Δεν έτυχε που είμαι μόνη. Είναι συνειδητή επιλογή μου. Ίσως πολλοί να μην συμφωνούν, όμως εγώ νιώθω ευτυχισμένη.

Από κάποιο μπαλκόνι έρχεται η γλυκιά μελωδική φωνή του Πάριου κάνοντας τη ατμόσφαιρα ρομαντική, τραγουδώντας …

« … Πιο καλή η μοναξιά…..»

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΟΛΥΑΝΝΑΣ

Παιδική Βιβλιοθήκη Α΄ : «Πολυάννα, το παιχνίδι της χαράς» Ελένη Χοντολίδου /  Ο Αναγνώστης      Πρωτοδιάβασα την  "Πολυάνν...